Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΝ ΚΑΖΑΒΗΤΙΟΥ ΝΗΣΟΥ ΘΑΣΟΥ. Η ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ



ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΝ ΚΑΖΑΒΗΤΙΟΥ ΝΗΣΟΥ ΘΑΣΟΥ. Η ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ
ΧΕΙΡΙΣΤΟΥ ΑΕΡΟΠΛΑΝΩΝ - ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΕΕΣ «ΚΗΡΥΚΕΙΟΝ» Α.Μ.Κ.Ε – ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
    Αφορμή για την σύνταξη και παρουσίαση του άρθρου αυτού είναι η πρόσφατη έκδοση του μοναδικού αεροπορικού ιστορικού βιβλίου, για την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην περιοχή Μακεδονίας-Θράκης, του ιστορικού ερευνητού - καθηγητού κ. Πασχάλη Παλαβούζη, «Θάσος. Το Άγνωστο Αεροδρόμιο», που αφορά, κυρίως, την δράση που ανέπτυξαν οι Αεροπορίες των Συμμάχων, υπό Βρετανική Διοίκηση, από το αεροδρόμιο του «Καζαβητίου», στον Πρίνο, της Νήσου  Θάσου, την χρονική περίοδο μεταξύ των ετών  1916-1918. Παράλληλα όμως αναφέρεται διεξοδικά και με στοιχεία στην (ουσιαστική) ίδρυση και επιχειρησιακή δράση της Ελληνικής Ναυτικής Αεροπορίας. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο στην Διεθνή βιβλιογραφία που επικεντρώνεται αποκλειστικά στο θέμα αυτό, και μάλιστα παρουσιάζει πολλά στοιχεία που ήταν μέχρι και σήμερα άγνωστα (και) στους ειδικούς.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ
    Κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Μακεδονία, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, τα Δαρδανέλλια και τα παράλια της Μ. Ασίας ήταν στο επίκεντρο των αεροπορικών επιχειρήσεων των Συμμάχων (Αντάντ) εναντίον της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, που είχαν την συνδρομή των αεροπορικών δυνάμεων της Γερμανίας (Κεντρικές Δυνάμεις). Οι επιχειρήσεις αυτές ξεκίνησαν από την Καλλίπολη το 1915 εναντίον των Τούρκων, αλλά μέχρι και το 1916 επεκτάθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία, που είχε καταληφθεί από Γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις. Τον Οκτώβριο του 1915 οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στην Θεσσαλονίκη και άνοιξαν μέτωπο απέναντι στους Βούλγαρους και τους Γερμανούς, που είχαν φθάσει προ των πυλών των βορείων συνόρων της Ελλάδος. Μέχρι τα τέλη του 1915, τα αεροπλάνα των Συμμάχων επιχειρούσαν κυρίως πάνω από την χερσόνησο της Καλλίπολης με ορμητήρια τα αεροδρόμια της Ίμβρου, της Τένεδου και της Λήμνου. Στις αρχές του 1916 δημιουργήθηκε από τους Συμμάχους βάση υδροπλάνων στο Σταυρό Χαλκιδικής σε μια προσπάθεια διατηρήσεως ελέγχου του βορειοανατολικού Αιγαίου που απειλείτο άμεσα από τις Γερμανοβουλγαρικές αεροπορικές (κυρίως) δυνάμεις της Βουλγαροκρατούμενης δυτικής Θράκης. Έγινε, ωστόσο, γρήγορα φανερό πως η Νήσος Θάσος λόγω εγγύτητος στην ενδοχώρα, θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανική βάση για τις σχεδιαζόμενες αεροπορικές επιδρομές έναντι στόχων στην δυτική Θράκη (αρχικά) αλλά και στην ανατολική Μακεδονία όταν και εάν επιτρέπονταν η προέλαση των Γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων από την τυπικά ουδέτερη κυβέρνηση των Αθηνών. Έτσι, τον Απρίλιο του 1916 οι Βρετανοί ξεκίνησαν την διαδικασία για να ιδρύσουν Αεροδρόμιο στην περιοχή «Καζαβήτι» (σημερινός Πρίνος) της νήσου. 
    Όταν η πρώτη Αεροπορική δύναμη των Βρετανών άρχισε να επιχειρεί από το νεοϊδρυθέν Αεροδρόμιο του Καζαβητίου στις 30 Μαΐου 1916, οι Σύμμαχοι είχαν ήδη αποχωρήσει ηττημένοι από την Καλλίπολη. Η Νήσος Θάσος κατελήφθη επίσημα από τους Συμμάχους -τους Γάλλους- μια εβδομάδα αργότερα, στις 8 Ιουνίου 1916, και το Αεροδρόμιο στο «Καζαβήτι» χρησιμοποιήθηκε κυρίως για δράσεις εναντίον των Γερμανοβουλγάρων στην Μακεδονία και την Θράκη. Οι αεροπορικές δυνάμεις που επιχειρούσαν ανήκαν στην Α΄ Μοίρα της 2ας Πτέρυγος της Βασιλικής Ναυτικής Αεροπορικής Υπηρεσίας (Royal Naval Air Service, RNAS). Για σύντομες περιόδους, στην διάρκεια κάποιων σημαντικών Αεροπορικών επιχειρήσεων των Συμμάχων που είχαν ως αφετηρία την Ν. Θάσο, η Α΄ Μοίρα ενισχυόταν με την –προσωρινή- παρουσία και δεύτερης Βρετανικής Αεροπορικής Μοίρας. Όπως θα δούμε, η δεύτερη μόνιμη Μοίρα, που ιδρύθηκε στο Καζαβήτιο ήταν η Ελληνική Ζ΄ Μοίρα του «Ναυτικού Αεροπορικού Σώματος» (ΝΑΣ), που είχε ιδρυθεί στις 02 Μαΐου 1914 υπό την επωνυμία «Σώμα Αεροπλάνων Βασιλικού Ναυτικού» και ήταν γνωστή και ως «Ναυτική Αεροπλοΐα».
ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΚΑΖΑΒΗΤΙΟΥ
    Το αεροδρόμιο του Καζαβητίου ήταν (είναι) μια στενή λωρίδα γης έχοντας πίσω της μεγάλους ορεινούς όγκους, ένα κομμάτι γης που εισχωρούσε, κυριολεκτικά, στην θάλασσα ενώ στις δύο πλευρές του προς την ξηρά υπήρχαν (ουν) υψηλοί λόφοι, έτσι που η μοναδική δυνατότητα προσεγγίσεως, για ασφαλή προσγείωση, ήταν μόνο από την πλευρά της θάλασσας. Oι δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες το καθιστούσαν από τα πλέον επικίνδυνα αεροδρόμια τους χειριστές των Συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, γρήγορα εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σημαντικές βάσεις που διέθεταν εκεί. Όπως δήλωσε επίσημα το 1917, ο Αντιναύαρχος Cecil Thursby, Διοικητής Ναυτικών Δυνάμεων Ανατολικής Μεσογείου, για το αεροδρόμιο του Καζαβητίου: «Κατά την άποψή μου, πρόκειται για την σημαντικότερη βάση μας στην Ανατολική Μεσόγειο όσον αφορά στην εκτέλεση επιθετικών ενεργειών έναντι των εχθρικών γραμμών επικοινωνίας». Τον Ιούλιο του 1916, οι Βρετανοί μετέφεραν και την βάση των υδροπλάνων τους από τον Σταυρό Χαλκιδικής στην ακτή δίπλα στο αεροδρόμιο του Καζαβητίου, κάτι που αύξησε ακόμη περισσότερο την σημασία της βάσεως. Τον ίδιο μήνα, οι Γάλλοι αεροπόροι αποχώρησαν από το Καζαβήτιο και τον Οκτώβριο κατέφθασαν εκεί οι πρώτοι Έλληνες αεροπόροι της Ελληνικής Ναυτικής Αεροπορίας.
ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
    Μέχρι και το τέλος του πολέμου, από το Αεροδρόμιο του Καζαβητίου επιχειρούσαν Βρετανοί και Έλληνες Αεροπόροι που πραγματοποιούσαν κυρίως επιχειρήσεις βομβαρδισμού στις Βουλγαροκρατούμενες Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Εκεί πυρπολούσαν με πρωτόγονες εμπρηστικές βόμβες την σοδειά των σιτηρών που προορίζονταν για τον Βουλγαρικό στρατό και βομβάρδιζαν σιταποθήκες, γέφυρες, σιδηροδρόμους και συγκεντρώσεις στρατευμάτων. Πολύ σύντομα, οι Αεροπόροι της Θάσου έβαλαν στο στόχαστρό τους και το Γερμανικό αεροδρόμιο στην Ξάνθη, που το βομβάρδισαν επανειλημμένως, και το ίδιο έκαναν και με το αεροδρόμιο της Δράμας, αρχής γενόμενης με μία επιχείρηση βομβαρδισμού τον Νοέμβριο του 1916
    Στα τέλη του 1916, οι Γερμανοί  και οι Βούλγαροι αεροπόροι ανταπέδωσαν τα εναέρια κτυπήματα των Συμμάχων, βομβαρδίζοντας για πρώτη φορά το Αεροδρόμιο της Θάσου. Το 1917, τόσο οι Γερμανοβούλγαροι όσο και οι Βρετανοί διαπίστωσαν την σπουδαιότητα του αεροδρομίου στο Καζαβήτιο, οι πρώτοι επιχειρούσαν πάση θυσία να το καταστρέψουν, ενώ οι δεύτεροι το ενίσχυαν με υποδομές και προσωπικό. Οι εγκαταστάσεις του αεροδρόμιου υπέστησαν μεγάλη καταστροφή στην διάρκεια ενός σφοδρού αεροπορικού βομβαρδισμού στις 2 Αυγούστου 1917. Πολύ γρήγορα όλες οι ζημιές αποκαταστάθηκαν και οι αεροπορικές επιχειρήσεις συνεχίσθηκαν κανονικά. Ιδιαίτερα σπουδαίο ρόλο για τους Συμμάχους έπαιξε το εν λόγο αεροδρόμιο, τον Ιανουάριο του 1918, όταν τα αεροπλάνα του, μαζί με εκείνα από τις Λήμνο και Ίμβρο, ανέλαβαν δράση κατά των δύο Γερμανικών Καταδρομικών «Μπρεσλάου» και «Γκαίμπεν» που επιχείρησαν έξοδο στο Αιγαίο μέσω των Δαρδανελλίων προκειμένου να πλήξουν συμμαχικά πλοία και εγκαταστάσεις στις νήσους του Βορείου Αιγαίου («Κατάσταση Γκαίμπεν»). Το γεγονός αυτό, υπήρξε το κύκνειο άσμα της Αεροπορικής δράσεως από το αεροδρόμιο του Καζαβητίου. Από την αρχή της Ανοίξεως του 1918, οι Αεροπορικές επιχειρήσεις από την Θάσο περιορίστηκαν σημαντικά, καθώς τα συμμαχικά αεροπλάνα επιχειρούσαν κυρίως από Αεροδρόμια στην Μακεδονία. Η Θάσος χρησιμοποιούταν πλέον, κυρίως, ως εκπαιδευτικό κέντρο. Τον Μάιο του 1918 οι Βρετανοί ξεκίνησαν την εκκένωση της Αεροπορικής Βάσεως και παρέδωσαν την Διοίκησή της στους Έλληνες. Με την παράδοση της Βουλγαρίας και της Τουρκίας τον Οκτώβριο του 1918, το Αεροδρόμιο δεν είχε πλέον λόγο υπάρξεως και έτσι τον Φεβρουάριο του 1919 έκλεισε οριστικά. Μέσα σε λίγα χρόνια η έκταση του πρώην Αεροδρομίου είχε καταληφθεί από βάτα και αγριόχορτα, και έτσι η φύση επανέφερε την περιοχή στην κατάσταση που ήταν πριν από το 1916. Ένας ξένος επισκέπτης δεν θα μπορούσε να φαντασθεί ότι εκεί υπήρχε για δύο χρόνια ένα από τα σημαντικότερα αεροδρόμια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ανατολική Μεσόγειο. 
Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ.
    Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε συνταρακτικές επιπτώσεις στην Ελλάδα. Το 1914, ξεκίνησε ο Εθνικός Διχασμός με την διαφωνία μεταξύ του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου για την στάση της Ελλάδος στον πόλεμο. Ο Εθνικός Διχασμός πήρε δραματικές διαστάσεις το 1915 και κορυφώθηκε το 1916 μετά την κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Γεμανοβούλγαρους, με την ιδιότυπη ομηρία (αιχμαλωσία) του Δ΄ Σώματος Στρατού και μεταφορά του στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας. Αυτό υπήρξε το έναυσμα για το Κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» - με επικεφαλής τους, Ελευθέριο Βενιζέλο, Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη- που σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση στην Θεσσαλονίκη, γνωστή ως «Κράτος της Θεσσαλονίκης», τασσόμενη  στο πλευρό των Συμμάχων εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ο συγγραφεύς, κος Πασχάλης Παλαβούζης, εντάσσει πολύ σωστά την Αεροπορική παράμετρο στο πλαίσιο των δραματικών πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων της εποχής που αφορούν άμεσα τον Εθνικό Διχασμό,. Έτσι οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις - που πρόσκειντο στον Ε. Βενιζέλο-, από το φθινόπωρο του 1916 πολεμούσαν τους Βουλγάρους και τους Γερμανούς στην Μακεδονία και το Αιγαίο.
    Οι πρώτες επιχειρήσεις των Ελλήνων Αεροπόρων πραγματοποιήθηκαν από το Αεροδρόμιο του Καζαβητίου τον Νοέμβριο του 1916. Αρχικά πετούσαν σε μεικτούς σχηματισμούς με τους Βρετανούς, αλλά στην συνέχεια εκτελούσαν και μόνοι τους πολεμικές αποστολές. Στην διάρκεια μίας τέτοιας αποστολής, την νύκτα της 30ης προς 31η  Μαρτίου 1917, ο Υποπλοίαρχος Αριστείδης Μωραϊτίνης Β.Ν με παρατηρητή τον Έφεδρο Σημαιοφόρο Αεροπόρο Παντελή Ψύχα προκάλεσαν στους Γερμανοβούλγαρους, μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που γνώρισαν, εξαιτίας αεροπορικής δράσεως, γεγονός που έμεινε στην ιστορία ως το «Κατόρθωμα του Μωραϊτίνη». Πρόκειται για τον βομβαρδισμό του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Δράμας, βασικού συγκοινωνιακού κόμβου των Γερμανοβουλγάρων. Ο βομβαρδισμός αυτός κατέστρεψε τρεις Βουλγαρικές αμαξοστοιχίες με στρατιώτες, εφόδια και πυρομαχικά, πολλές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και τεράστιες ζημιές στις εγκαταστάσεις του Σ. Σταθμού. Σχεδόν μία εβδομάδα μετά, την νύκτα της 8ης προς την 9η Απριλίου, οι ίδιοι Έλληνες Αεροπόροι επέδραμαν κατά της βάσεως των Γερμανικών Υδροπλάνων στο Ζέρεβιτς. Στις 20 Απριλίου 1917, ένας άλλος Έλληνας Ναυτικός αεροπόρος, ο Έφεδρος Ανθυποπλοίαρχος Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου πετώντας με παρατηρητή ένα Βρετανό Αεροπόρο βομβάρδισαν το Γερμανικό Αεροδρόμιο στην Δράμα. Μία από τις βόμβες τους κατέστρεψε το εφεδρικό αεροπλάνο του Γερμανού Άσσου Rudolf von Eschwege, και ο Συγγραφεύς έχει ανακαλύψει και δημοσιεύει στο βιβλίο του φωτογραφίες από το πυρπολημένο υπόστεγο του αεροπλάνου, και μάλιστα στην μία από αυτές διακρίνεται ο Γερμανός άσσος να περιεργάζεται συλλογισμένος το κατεστραμμένο αεροπλάνο του.
    Τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων αεροπόρων συνεχίστηκαν σε όλη την διάρκεια του 1917-1918, μέχρι και τη λήξη του πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα του Έλληνα αεροπόρου που εμφανίζεται, σχεδόν μονότονα, σε αυτές τις αποστολές είναι του μετέπειτα Πλωτάρχου Αριστείδους Μωραϊτίνη Β.Ν. Όμως, εκτός από τον «Αρχηγό» υπάρχουν και πολλοί άλλοι Έλληνες Αεροπόροι που επιχειρούσαν από το Α/Δ Καζαβητίου και τα ονόματά τους πέρασαν στην Ιστορία. Δυστυχώς, κάποιοι από τους γενναίους αυτούς άνδρες δεν επέστρεψαν ποτέ από την τελευταία αποστολή τους, και έπεσαν στο καθήκον για την υπεράσπιση της Πατρίδος. Πρώτος ήταν ο Έφεδρος Ανθυποπλοίαρχος Αεροπόρος  Δημήτριος Αργυρόπουλος, που φονεύθηκε στις 19 Μαΐου 1917 κατά την διάρκεια αερομαχίας με τον Rudolf von Eshwege, κοντά στην ακτή της Θάσου, καθώς επέστρεφε από βομβαρδισμό στην Ανατολική Μακεδονία.  Είναι ιδιαίτερα συγκλονιστική η περιγραφή της καταρρίψεως του Δ. Αργυρόπουλου, όπως έχει καταγραφεί σε Γερμανικές και Βρετανικές πηγές και που παραθέτει ο κ. Πασχάλης Παλαβούζης στο βιβλίο του. Παρατηρητής στο αεροπλάνο του Δ. Αργυρόπουλου ήταν ο Έφεδρος Σημαιοφόρος Παντελής Ψύχας, ο ήρωας του βομβαρδισμού του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Δράμας, με τον Α. Μωραϊτίνη. Ο Π. Ψύχας αν και σοβαρά τραυματισμένος, σώθηκε χάρη στην εξαιρετική δεινότητά του ως κολυμβητής. Λίγες εβδομάδες αργότερα πετούσε ξανά σε αποστολές βομβαρδισμού εναντίον των Γερμανοβουλγάρων.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
«Θάσος. Το Άγνωστο Αεροδρόμιο».
    Το πόνημα του κ. Πασχάλη Παλαβούζη, «Θάσος. Το Άγνωστο Αεροδρόμιο», ρίχνει άπλετο φως σε όλα τα προαναφερόμενα γεγονότα. Σε αυτό συμβάλλει ο πλούτος των στοιχείων του βιβλίου, των δεκάδων γραπτών πηγών και των 200 (!) φωτογραφιών, καθώς και σχεδίων/χαρτών. Οι γραπτές πηγές συμπεριλαμβάνουν εκτεταμένα παραθέματα από τις εβδομαδιαίες αναφορές της Α΄ Μοίρας και άλλα επίσημα έγγραφα, καθώς και ημερολόγια και επιστολές στελεχών του αεροδρομίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά στοιχεία που παραθέτει στο βιβλίο του ο συγγραφεύς, εκτός από την δική του συλλογή, προέρχονται από εμπεριστατωμένη πολυετή έρευνα σε Κρατικά Αρχεία στο εξωτερικό και Ιδιωτικά Αρχεία Αεροπόρων που βρίσκονται στα χέρια των απογόνων τους σε διάφορες Χώρες, τους οποίους ανακάλυψε ο συγγραφέας και επικοινώνησε μαζί τους με αποτέλεσμα τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά να δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
    Στην αρχή του βιβλίου καταγράφεται το σχέδιο των Βρετανών να ιδρύσουν αεροδρόμιο στην Ν. Θάσο κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ η Ελλάς ήταν ακόμη ουδέτερη. Ο συγγραφεύς αποκαλύπτει ότι για την επίτευξη του στόχου αυτού, τον Ιανουάριο του 1916 ανέλαβε δράση πάνω στο νησί ένας Βρετανός κατάσκοπος, ο William Riddle, ο οποίος παρίστανε τον «Διερμηνέα» και «Ξεναγό».
    Στην συνέχεια παρατίθενται πλήθος στοιχείων που δείχνουν πως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η αρχική δυσπιστία των Βρετανών στους πρώτους Έλληνες Αεροπόρους του Ναυτικού Αεροπορικού Σώματος που ήρθαν στη Θάσο, αντικαταστάθηκε από την επιδοκιμασία και τον θαυμασμό τους για την δράση και την αποτελεσματικότητα των Ελλήνων στις επιχειρήσεις που εκτελούσαν μαζί με Βρετανούς ή μόνοι τους. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει, από το βιβλίο, όσον αφορά τους Έλληνες Αεροπόρους στην Θάσο, είναι ότι ήταν ισάξιοι των Βρετανών συναδέλφων τους που -μαζί με τους Γερμανούς- ήταν τότε οι καλύτεροι ΑΕΡΟΠΟΡΟΙ στον κόσμο. Επίσης, ότι ο «Αρχηγός» τους, ο Πλωτάρχης Αριστείδης Μωραϊτίνης Β.Ν, τους ενέπνεε όλους με το προσωπικό του παράδειγμα κάτι που του το ξεπλήρωναν δίδοντας 100% του εαυτού τους στις πολεμικές αποστολές τους. Ο συγγραφεύς δίνει στο βιβλίο του ίσως την ωραιότερη περιγραφή για τον σπουδαίο αυτόν Έλληνα πολεμιστή των Αιθέρων και Ηγήτορα: «Γεννημένος ηγέτης, σκληρός πρωτίστως με τον εαυτό του και οπαδός της αυστηρής πειθαρχίας, έδινε πάντα το παρόν στην κορύφωση της εναέριας δράσης πολεμώντας παράτολμα και αποφασιστικά κι ενέπνεε με το παράδειγμά του τους νεαρότερους και άπειρους Έλληνες και ξένους αεροπόρους. Ήταν ατρόμητος και έμοιαζε άτρωτος. Ήταν ο Έλληνας αρχηγός που σέβονταν και εμπιστεύονταν οι πάντες...».
    Επισημαίνεται ότι παρά τις πολλές λεπτομέρειες και την πληθώρα στοιχείων που παραθέτει ο συγγραφεύς, καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών του, ακόμη και εκείνων που γνωρίζουν ελάχιστα για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζει η δομή του κειμένου, καθώς παράλληλα με την αναλυτική παρουσίαση των σημαντικών γεγονότων του Αεροπορικού Πολέμου στο Μακεδονικό μέτωπο (την οργάνωση και διοίκηση, τις λεπτομέρειες των επιχειρήσεων βομβαρδισμού κτλ) και τις τεχνικές λεπτομέρειες (τύποι αεροπλάνων, κινητήρες κτλ), έχουμε συχνές αναφορές και παραθέματα στον ανθρώπινο παράγοντα μέσα από τις σελίδες δεκάδων ημερολογίων, επιστολών και επίσημων εγγράφων. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας ζωντανεύει τις προσωπικές ιστορίες πολλών πολεμιστών, Αεροπόρων και Προσωπικού Εδάφους, που υπηρέτησαν στην Θάσο -και στα άλλα συμμαχικά αεροδρόμια στο Αιγαίο- στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
    Ο αναγνώστης θα εντυπωσιασθεί ιδιαίτερα με τον δραματικό τρόπο που περιγράφονται στο βιβλίο δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις, και κυρίως αερομαχίες, αφού ο συγγραφεύς χρησιμοποιεί τα λόγια των ίδιων των εμπλεκόμενων χειριστών, όπως τα αποτύπωσαν στις αναφορές, τα ημερολόγια, τις επιστολές ή τα απομνημονεύματά τους. Αρκετοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν πριν από έναν αιώνα, αλλά αυτές οι απώλειες έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Για παράδειγμα, η αφήγηση μισό αιώνα αργότερα (1971) του Γερμανού διώκτη, Emil Meinecke, για το πως κατέρριψε σε αερομαχία τον Έλληνα Αεροπόρο Έφεδρο Ανθυποπλοίαρχο Φαρμακοποιό Σπυρίδωνα Χάμπα, στις 23 Ιανουαρίου 1918:   «Εκείνη η μέρα ήταν ξανά μια μέρα πολέμου με συνεχείς αερομαχίες, προσγειώσεις για ανεφοδιασμό σε καύσιμα, λάδι και πυρομαχικά και ξανά απογειώσεις. Το απόγευμα κατέρριψα ένα Sopwith, το οποίο έπεσε φλεγόμενο. Ο πιλότος του κατάφερε και πήδησε από το φλεγόμενο αεροπλάνο περίπου από τα 2000 μέτρα και έπεσε στα Δαρδανέλλια στο λιμάνι Chanak-Kale. Το πτώμα του ανασύρθηκε από το ναυτικό προσωπικό της βάσης του Chanak-Kale και μεταξύ των εγγράφων που βρέθηκαν στα ρούχα του ήταν μία φωτογραφία που στάλθηκε στην έδρα της Μοίρας. Η φωτογραφία έδειχνε δύο αξιωματικούς να στέκονται μπροστά σε ένα Sopwith 1 1/2 Strutter. Ο αξιωματικός αριστερά της έλικος ήταν ο νεκρός αεροπόρος, ο ανθυποπλοίαρχος Χάμπας». Δίπλα στην αφήγηση του Meinecke, ο αναγνώστης μπορεί να δει την φωτογραφία που οι Γερμανοί βρήκαν πάνω στον φονευθέντα Έλληνα χειριστή, και που μισό αιώνα αργότερα θυμόταν ο άνθρωπος που τον κατέρριψε με αποτέλεσμα να βρει τον θάνατο. (Σημείωσις Συντάκτου: Το μνήμα του φονευθέντος Αεροπόρου Σπυρίδωνος Χάμπα έχει εντοπισθεί προ ετών από τον καθηγητή Ιστορίας της Σχόλης Ικάρων Δρ. κο Κωνσταντίνο Λαγό εις το Βρετανικό Κοιμητήριο της Καλλιπόλεως στην Τουρκία. Παρόλες τις αναφορές προς τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές για επίσημο ταυτοποίηση και ανακομιδή οστών του Αεροπόρου στην Πατρίδα, (και) από τον γράφοντα, αυτές είναι ως απευθυνόμενες εις «Ώτα μη Ακουόντων».) 
    Το παράδειγμα αυτό δείχνει και τον αριστοτεχνικό τρόπο που έχει στηθεί το κείμενο με τις εικόνες μέσα στο βιβλίο. Παρά την υπερπληθώρα του οπτικού υλικού, έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι φωτογραφίες τα σχέδια κ.α. που σχετίζονται με διάφορα γεγονότα, να ευρίσκονται στην ίδια σελίδα με το κείμενο που τα καταγράφει, κάτι που διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τον αναγνώστη και δεν κουράζει την πορεία της αναγνώσεως.
    Το βιβλίο αποτελεί σταθμό για την βιβλιογραφία των αεροπορικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο σε Ελληνικό όσο και σε Παγκόσμιο επίπεδο. Είναι σημείο αναφοράς γι’ όλους τους ερευνητές που ασχολούνται ή θα ασχοληθούν στο
μέλλον με το σημαντικό αυτό γεγονός. Όμως, το εν λόγο πόνημα είναι, παράλληλα, και ένα μνημόσυνο για τους Έλληνες, Γάλλους, Βρετανούς, Καναδούς, Νοτιοαφρικανούς, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς Αεροπόρους που υπηρέτησαν στην Θάσο, αλλά κυρίως για εκείνους που έπεσαν στο καθήκον, απ’ όπου και εάν προέρχονταν. Προς Τιμήν τους, ο Δήμος Θάσου, το 2012, ανήγειρε επιβλητικό Μνημείο στην προκυμαία της Σκάλας Πρίνου, όπου αναπετούν και οι Σημαίες των Χωρών τους. Η επιλογή της θέσεως του Μνημείου, για τους φονευθέντες  Αεροπόρους του Καζαβητίου, σχεδόν πάνω στην θάλασσα, δεν υπήρξε τυχαία αφού όλοι τους ήταν της Ναυτικής Αεροπορίας. Όμως, χάρη στο βιβλίο του κ. Πασχάλη Παλαβούζη, «Θάσος. Το Άγνωστο Αεροδρόμιο», τα Ελληνικά και Αλλοδαπά ονόματα στο Μνημείο αυτό αποκτούν πρόσωπο και ζωή μέσα από τις αφηγήσεις και τις φωτογραφίες τους, έναν αιώνα μετά την θυσία τους!
ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Κεφάλαια Βιβλίου
Η Γέννηση Ενός Αεροδρομίου.
Πρώτες Επιχειρήσεις-Πρώτα προβλήματα.
Σύγχρονη Ελληνική Τραγωδία. 
Το Μέτωπο Διευρύνεται.   
Ο Κόσμος... ''Τα Πάνω Κάτω''. 
Έλληνες Αεροπόροι.  
Άλλο Ένα Καυτό Καλοκαίρι.   
Η Παύση Ενός Αεροδρομίου.  
Βιβλιογραφία - Πηγές.
Συγγραφεύς: Πασχάλης Παλαβούζης
Έκδοση: Ξυράφι (2016)
Περιγραφή: Σελ. 272, μαλακό εξώφυλλο, 24 Χ 19 εκ., περίπου 200(!) α/μ φωτογραφίες εποχής (περιλαμβάνονται πολλές σπάνιες φωτογραφίες από προσωπικά αρχεία), σκίτσα, α/μ χάρτες. 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η ΝΗΣΟΣ ΘΑΣΟΣ ΩΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ (ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ) ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
    Κρίνω σκόπιμο, ως επίλογο, να αναφερθώ τόσο στις διάφορες, κατά καιρούς ενέργειες, που έχουν λάβει χώρα στο όμορφο νησί της Θάσου, όσο και στις πρόσφατες ενέργειες του «Υπουργείου Τουρισμού» το οποίο, σε συνεργασία με το «Υπουργείο Εθνικής Αμύνης», προσπαθούν να αναδείξουν διάφορες Ιστορικά μοναδικές περιοχές ως προορισμούς (του αγνώστου επί του παρόντος) «Ειδικού-Εναλλακτικού- Ιστορικού Τουρισμού».
     Από παλαιά υπήρχαν προφορικές μαρτυρίες  για την πιθανή ύπαρξη συντριμμάτων αεροπλάνου, της περιόδου Α΄ Π.Π, που επιχειρούσε από το Συμμαχικό Αεροδρόμιο Πρίνου ( Καζαβητίου ), στο βουνό της Νήσου Θάσου.                                                                                          
    Ο Δήμος Θάσου  το 2ο 15ηνθήμερο Φεβρουαρίου 2012 προσεκάλεσε Ομάδα Ειδικών Ερευνητών ( Χειριστών Αεροπλάνων και Ιστορικού Αεροπορικής Ιστορίας ) της Ε.Ε.Ε.Σ «ΚΗΡΥΚΕΙΟΝ» Α.Μ.Κ.Ε, προς διερεύνηση της υπάρξεως ή όχι του αναφερομένου αεροπλάνου καθώς και την συλλογή λοιπών στοιχείων που αφορούν το, πάλαι ποτέ, Αεροδρόμιο Πρίνου.                                                                                                  
    Η παραπάνω Ομάδα κινουμένη δραστήρια επί  τετραήμερο κατόρθωσε, (στο πλαίσιο της νεότευκτης «Αεροπορικής Αρχαιολογίας»), συνοδευομένη από, ένα κάτοικο της Νήσου χειριστή αεροπλάνου, εκπρόσωπο του Δήμου και ένα ντόπιο ποιμένα, ως οδηγό:                                                                                                                              
                    α. Nα εντοπίσει και προσεγγίσει επί του όρους « Προφήτης Ηλίας, πληθώρα  μεταλλικών συντριμμάτων, τα οποία όμως λόγω της πολυετούς παραμονής ευρίσκοντο θαμμένα  κατά μεγάλο μέρος εντός του εδάφους και καλυμμένα από χαμηλή βλάστηση.
Οστά δεν εντοπίστηκαν.
Δεν κατέστη δυνατή η ασφαλής αναγνώριση του Τύπου αλλά και της Εθνικότητος του αεροπλάνου.                                                                                                                                                              
                      β. Προέβη λοιπόν μόνον σε φωτογράφηση, όσων ευρίσκοντο διάσπαρτα στην επιφάνεια χωρίς να μετακινήσει τίποτε, προκειμένου να μην αλλοιωθεί το τοπίο, για άμεση επικείμενη έρευνα περισσοτέρων ατόμων και εξειδικευμένων στην διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων, αλλά και αρχαιολόγων για να υποδείξουν τρόπο και μεθοδολογία εκσκαφής ως και ασφαλούς μεταφοράς των, προς έκθεση.
                      γ. Σε δεύτερη φάση (Απρίλιος 2012) οι ίδιοι προέβησαν σε επιφανειακή ανασκαφή της ορεινής και απρόσιτης περιοχής και την συλλογή πληθώρας Αεροπορικών ευρημάτων τα οποία παρέδωσαν στην τοπική Κοινότητα και έως σήμερα δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε για την συντήρηση και αξιοποίηση τους.
                     δ. Κατέληξαν σε μια αρχική εκτίμηση ότι τα ευρήματα ανήκουν σε Αεροπλάνο τύπου «Nieuport Scout», ενώ  στην τοποθεσία «Αγία Θέκλα», πλησίον του, μη υφισταμένου πλέον, Αεροδρομίου Πρίνου, ενταφιάζονταν  Βρεττανοί Στρατιωτικοί οι οποίοι υπηρετούσαν στο Αεροδρόμιο, χωρίς να επιβεβαιώνεται από τους κατοίκους εάν έγινε ποτέ (και από ποιους) η ανακομιδή των οστών τους.
                     ε. Σημειώνεται ότι δια τους φονευθέντες Έλληνες Ναυτικούς Αεροπόρους, υφίσταται ήδη Μνημείο εντός της Πόλεως του Πρίνου από το 1957, κατασκευής του Πολεμικού -τότε Βασιλικού- Ναυτικού) και ο Δήμος Θάσου, όπως προαναφέρθηκε, αποφάσισε να αναγείρει ένα πιο επιβλητικό και σε καλύτερο σημείο στον λιμένα του Πρίνου. Στο πλαίσιο αυτό, οι άνθρωποι του Δήμου ζήτησαν (και έλαβαν)  την άποψη των μελών της Ομάδος «ΚΗΡΥΚΕΙΟΝ» σχετικά με την θέση του νέου Μνημείου (το οποίο εγκαινιάσθηκε στις 24 Ιούνιου 2012) καθώς και για την παροχή ταχτοποιημένων ιστορικών στοιχείων που αφορούν το Αεροδρόμιο και τους φονευθέντες Έλληνες Ναυτικούς αεροπόρους.
                     στ. Σε τουλάχιστον δυο θαλάσσιες τοποθεσίες, οι οποίες λόγω χρόνου και καιρικών συνθηκών, δεν κατέστη δυνατόν να προσεγγισθούν, υφίστανται μέρη αεροπλάνων, της ιδίας περιόδου, καθώς και υδροπλάνων σε μικρό σχετικά βάθος, ενώ τμήμα λιθόκτιστου κεκλιμένου επιπέδου (ράμπας) ανελκύσεως Υδροπλάνων υφίσταται ανέπαφο στην παραλία του Πρίνου.
       Όλες αυτές οι ενέργειες, σε συνδυασμό με ενημερώσεις (και) από την «ΚΗΡΥΚΕΙΟΝ» κίνησαν το προσωπικό ενδιαφέρον του Υπουργού Εθνικής Αμύνης κου Παναγιώτη Καμένου, ο οποίος έδωσε εντολή, στην προσφάτως επανασυγκροτηθείσα Μονάδα Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως (ΜΟ.Μ.Α) ως Μονάδα Μελετών και Κατασκευών (ΜΟ.Μ.Κ.Α), να κατασκευάσει, στην αυτή τοποθεσία, εκ νέου το Αεροδρόμιο στο Καζαβήτι, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί κατά τις εκδηλώσεις της «5ης Αεροναυτικής Επιδείξεως Καβάλας -Kavala Air-Sea Show-», σε συνδυασμό με τον εορτασμό των
100ετων αεροπορικής παρουσίας στην νήσο.  Κάτι το οποίο πραγματοποιήθηκε αφού ο 65χρονος Βρετανός Ντέηβιντ Μπρέμνερ γύρισε τον χρόνο 100 έτη πίσω και ένιωσε για λίγο κομμάτι της ιστορίας που είχε γράψει ο παππούς του, ακριβώς έναν αιώνα πριν, στο ίδιο μέρος, στον Πρίνο της Θάσου, κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Πέταξε για ένδεκα (00:11) λεπτά, πάνω από το νησί με ένα αντίγραφο του μονοκινητήριου μαχητικού ελικοφόρου Διπλάνου τύπου «Bristol Scout C», που δημιούργησε ο ίδιος, τιμώντας την Μνήμη του παππού του, Υποπλοιάρχου Ντόναλντ Μπρέμνερ, Βρετανού Ναυτικού Αεροπόρου του Α' Παγκοσμίου που επιχειρούσα  με ένα ιδίου τύπου αεροπλάνο στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Καζαβιτίου (Πρίνου) Θάσου το θέρος του 1916.
    Με την πτήση αυτή γίνεται κατανοητό ότι το Α/Δ του Καζαβητίου, με τις λοιπές διασωθείσες αεροπορικές (και συναφείς) εγκαταστάσεις σε συνδυασμό με τα οκτώ (08) χερσαία Οχυρά (περιόδου Α΄Π.Π) της Καβαλάς αποτελεί ένα ιδιαίτερο τμήμα επισκέψεως, των ενδιαφερομένων, που αποτελούν ένα μεγάλο σύνολο διεθνών επισκεπτών του Εναλλακτικού (άγνωστου στην Ελλάδα) «Ειδικού Ιστορικού Τουρισμού» και της νεότευκτης «Αεροπορικής Αρχαιολογίας» ως επιστημονικού Πανεπιστημιακού Κλάδου της Ιστορίας.
    Μελανό σημείο στην προσπάθεια αναδείξεως του Αεροδρομίου στο Καζαβήτι ως προορισμού του Αεροπορικού Ειδικού Ιστορικού Τουρισμού το ντοκυμανταίρ «Ιππότες της Αιγαίας Θάλασσας» το οποίο δυστυχώς δεν αναδεικνύει τα στοιχεία εκείνα που ενδιαφέρουν ιστορικά, αντιθέτως δύναται να θεωρηθεί ως μοναδική «Επιμνημόσυνος Δέησις», που δεν ταιριάζει βέβαια, στους Έλληνες (και όχι μόνον) Αεροπόρους και την προαγωγή της Αεροπορικής Ιδέας.
Βιογραφικόν σημείωμα του συγγραφέως κου Πασχάλη Παλαβούζη
    Ο κος Πασχάλης Παλαβούζης σπούδασε την επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και ειδικεύτηκε μεταπτυχιακά στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.  Ζει στην Καβάλα, όπου και εργάζεται ως εκπαιδευτικός του κλάδου της Πληροφορικής. Πέρα, όμως, από την διδασκαλία των αντικειμένων της επιστήμης των υπολογιστών, ασχολείται ερευνητικά με την Αεροπορική Ιστορία, Ελληνική και Παγκόσμια, και μελετά τις διαχρονικές εξελίξεις στην Αεροπορία, Πολιτική και Πολεμική. Συγκεκριμένα, για την Αεροπορική δράση στο Μακεδονικό μέτωπο κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο κ. Π. Παλαβούζης έχει δώσει διαλέξεις και δημοσιεύσει αξιόλογα άρθρα σε διάφορα περιοδικά. Ανάμεσα σε αυτά είναι η «Αεροπορική Επιθεώρηση», οι «Εθνικές Επάλξεις», η «Πτήση & Διάστημα» και το βρετανικό περιοδικό «Cross and Cockade International» που ειδικεύεται στα αεροπορικά θέματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έχει διεθνή κυκλοφορία επίσης για την δράση του Νεοζηλανδού Αεροπόρου Philip Kenning Fowler στο Αιγαίο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 44/1 Άνοιξη 2013 του Cross and Cockade.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου