Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Ο… Π ρ ω τ α γ ω ν ι σ τ ή ς



Ο… Π ρ ω τ α γ ω ν ι σ τ ή ς
Του Παντελή Γιαννακόπουλου
    Σάββατο, Ιούλιος μήνας, γύρω στις 12:10 στην πλατεία Αριστοτέλους, στο ύψος της Ερμού. Υψηλό βαρομετρικό, με το πουκάμισό μου να κολλάει ενοχλητικά σ' όλο μου το σώμα, σχηματίζοντας με την εξέχουσα γαστέρα μου ένα στρεβλό στερεό χωρίς… όνομα. «Κατάρα!», μονολογώ, χωρίς ωστόσο να αποποιούμαι την γαργαλιστική οσμή της ψησταριάς των Βομβιδίων στην… εισέχουσα της Βασιλέως Ηρακλείου∙ στα αριστερά μου, λίγο πριν πατήσω στην πλατεία.
    «Έχει μπογάζι κατά μήκος της Αριστοτέλους  και η αύρα μπουσουλάει άνετα μέχρις εδώ», ακούω μια μπάσα καλλιεργημένη φωνή. "Φαντάσου και να μην είχε", μουρμουρίζω πικρόχολα, ενώ μια άλλη όχι και τόσο fanatic συμπληρώνει: «Ευτυχώς, γιατί κάτι περισσότερο του Κελσίου δεν το αντέχω». Είναι και 5-6 ακόμη λεβέντες της ίδιας ομάδας, ως φαίνεται, που κάτι μελετούν και μόλις που αντιλαμβάνομαι από τα αξεσουάρ τους ότι πρόκειται για σκηνοθέτη και την παρέα του: τον κάμεραμαν, τον ηχολήπτη και δύο-τρεις βοηθούς ακόμη. «Κάνα βιντεοκλίπ ετοιμάζουν ή ίσως ντοκιμαντέρ», σκέφτομαι και δεν χολοσκάω που μου διαφεύγει ο τίτλος…
    Μερικά μέτρα αριστερότερα από τον κάμεραμαν που βλέπει προς το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, μια κοπέλα-όνειρο αναδεύεται νωχελικά σε έναν κύκλο φτιαγμένο με κιμωλία διαμέτρου 50 εκ. περίπου -τι μου θυμίζει αυτό; Με τη σειρά μου αναδεύω κι' εγώ τις δικές μου σκέψεις, σαν τον Τοτό που αδυνατώντας να προσεγγίσει τη λιχουδιά, παραδέχεται την ήττα του και δρομολογεί μια αξιοπρεπή αποχώρηση. Η κυρία ολίγον τι υπεροπτική και ισοπόσως νευρική, όμως -αληθώς- εκθαμβωτική. Βρίσκεται προφανώς σε φάση break, γι' αυτό και η απλωμένη στα χαρακτηριστικά της συγκατάβαση. Το βλέπω, χαλαρώνει. Λίγα λεπτά νωρίτερα πνιγμένη στην προσπάθεια και στις σκέψεις της, μόλις που κατάφερε να αφήσει την ανάσα της, να εξέλθει με δύναμη από την περισπωμένη των χειλιών της. Τα πήγε θαυμάσια.
    Υπέροχο συναίσθημα να πλέεις στον αφρό, να νιώθεις δικαιωμένη έστω και ελαφρώς ετεροχρονικά. Χωρίς άλλο, είναι κατάκτηση η περίοπτη θέση της "πρωταγωνίστριας!". Την εξασφάλισε με μεγάλο αγώνα, τεράστια υπομονή και ύστερα από αλλεπάλληλες οντισιόν. Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι δα και λίγο πράγμα η πρωτιά, η διάκριση, η υπεροχή μέσα από μια διαδικασία ηθικού ανταγωνισμού και ευγενούς άμιλλας .
     Στα υπέρ της καταγράφονται: και η αποκλειστικότητα του ρόλου για ένα 48ωρο, η επιβράβευση -ας πούμε- της υποκριτικής της, από προχθές το απόγευμα μέχρι σήμερα∙ μιλάμε για σοβαρή παραχώρηση.  Μένουν τρεις-τέσσερις ώρες  ακόμη από τώρα, για να έχουν το δικαίωμα να "κλείσουν" μια άλλη πρωταγωνίστρια, γι' αυτόν τον ίδιο ρόλο. Έπειτα, είναι και η αμοιβή που της έχει καταβληθεί προκαταβολικά. Δεν συμβαίνει συχνά. Τίποτε συνεπώς δεν μπορεί να αναιρεθεί από αυτήν την δικαιοπραξία ή σχεδόν τίποτα. Τα γυρίσματα μόνον μπορούν να επαναληφθούν δύο-τρεις φορές ακόμη στον χρόνο που υπολείπεται, προκειμένου να επιτευχθεί το αναμενόμενο (επιδιωκόμενο, ήθελα να πω) αποτέλεσμα. Τελικά, η κοπελιά είναι χαρούμενη. Πολύ χαρούμενη…
    Πάντως, ο συγκεκριμένος χρόνος για την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του βίντεοκλίπ είναι σαφώς προσδιορισμένος και κατοχυρωμένος νομικά, με μίσθιον και προϋπολογισμό ιδιαίτερα υψηλό. Ως εκ τούτου και η διαχείρησή του απαιτεί σύνεση και προσοχή για να μη γίνουν λάθη και αποφασισθεί η επαναχρηματοδότηση∙ το χειρότερο επί του προκειμένου σενάριο. Η σημερινή του πορεία σε συνάρτηση με το ορώμενο θέμα όπου να 'ναι τελειώνει. «Τρεις ώρες μας απομένουν μόνον», υπενθυμίζει ο κοντόχοντρος της παρέας του σκηνοθέτη και η αγωνία αποτυπώνεται πάραυτα στα πρόσωπα όλων. Πλην της "πρωταγωνίστριας!".
    Για εκείνην, νόημα σε κάθε περίπτωση έχουν τα συγκεκριμένα γυρίσματα (των σκηνών) του βίντεοκλίπ και η αμοιβή. Σ' αυτήν αναφερθήκαμε. Το σενάριο, η υπόθεση ελάχιστα τη συγκινεί. Ανυψούται, αίρεται και ευθυμεί, μόνον όταν υποκρίνεται και πείθει για το ρόλο που υποδύεται κάθε φορά. Το πρόβλημά της ήταν -ίσως και είναι- ότι ποτέ δεν ανεγνώρισε -το ορθότερο θα ήταν, ότι ουδέποτε απεδέχθη- την πραγματικότητα που τη γέννησε και αυτήν μέσα στην οποία μεγάλωσε. Γι' αυτό και όποτε της δινόταν η ευκαιρία την διαμόρφωνε σύμφωνα με τα δικά της στάνταρτ και τις προδιαγραφές που παλαιόθεν υπαγόρευαν ο εγωισμός, ο εκκεντρικός της χαρακτήρας και το υποκριτικό της ταλέντο...
     Τι καλά, όπου να 'ναι επιστρέφει στο σπίτι της, στη ρουτίνα, στην πλήξη αλλά και στην ηρεμία συνάμα, περιμένοντας μια καινούργια πρόταση και την αλλαγή νοοτροπίας, την απαγκίστρωση από την ακατανόητη γοητεία του σαθρού, του παλαιού, του τετριμμένου. Ονειρεύεται την πλήρη αποκόλλησή της από την… πανταχόθεν εκπηγάζουσα πεζότητα∙ ακόμη και από αυτήν του παρόντος χώρου, του κέντρου δηλονότι της Θεσσαλονίκης. Γιατί κι' εδώ βασιλεύει η (ένδοξος) στερεότυπη επανάληψη, που γεννοβολά τη βαρύθυμη και ενίοτε παραλυτική ανία και φυσικά την… αμάχητη αποχή, τουτέστιν την επικύρωση της… αυταπάτης. Και η υπέρβαση που ανυψώνει τον άνθρωπο και τον στερεώνει τόσο ψηλά, ώστε να αποτελεί μέλος πλέον του αγιωτικού χώρου, πότε και πως πραγματοποιείται; Και η αφ' ύψους θεώρηση (και αναθεώρηση) της ζηλοφθονίας, της ευτέλειας, της μικρότητας, της χαμέρπειας πως ανατάσσονται ;
    Θα 'ναι μερικοί μήνες τώρα που το πρωτόνιωσε: να θέλει επιμόνως να αποκτήσει ένα ζεύγος φτερούγες που αυτοφυώς θα προβάλλουν από το βάθος της αριστερής και δεξιάς ωμοπλάτης, θα διαστείλουν προσεκτικά τον κλοιό των μυών της, θα απλώσουν πλέγματα ζωικών ριζών και θα στεριώσουν στο κορμί της τελεσιδίκως. Και τότε, τα πάλλευκα φτερά της θα ανοίξουν αργά-αργά και μεγαλόπρεπα και  θα πετάξει ψηλά, για να λουσθεί τη χρυσόσκονη του Θεού Ήλιου, που θα την καταστήσει ικανή να ικανοποιεί τις ελλείψεις ατόμων με ειδικές -κυρίως- ανάγκες…
     «Όλα πήγαν καλά» μηρυκάζει η ομάδα παραγωγής του βιντεοκλίπ (μήπως και ντοκιμαντέρ;), «επαναλήψεις, καθαρή δουλειά, ευπρόσωπη εικόνα, επί πλέον χρόνος για την καλλιέπεια του ύφους και μικρογκάλοπ για την καταγραφή των απόψεων των παρισταμένων∙ συμπεράσματα: α) η ουτοπία του υπάρχοντος τέλειου και β) πατήρ πάντων το μπάτζετ», συμπλήρωσε ο ψηλός και αδύνατος με την γκόθικ φωνή. «Τα πάντα συνεπώς πρέπει να τελειώσουν σήμερα. Σε δύο - τρεις, άντε τέσσερις ώρες μετά το τώρα∙  καλώς ελέχθη», μονολόγησε η πρωταγωνίστρια...
    Έναν τεράστιο κύκλο ομόκεντρο με τον δικό της έχουν σχηματίσει, εδώ και ένα μισάωρο, οι άρρενες πάσης ηλικίας, που φαντασιώνονται πλέον φανερά και  ξεδιάντροπα  το σαγηνευτικό πλάσμα που ετοιμάζεται να συνεχίσει το γύρισμα κατά τις υποδείξεις του σκηνοθέτη. Το εφαρμοστό παντελόνι της καλύπτει και ταυτόχρονα αποκαλύπτει άψογα μακριά πόδια με υπέροχους γοφούς, ενώ το ημιδιαφανές πουκάμισό της αφήνει να διαγράφεται το πλούσιο μπούστο της -εν … ημιαναπαύσει- ανάμεσα στις δαντέλες.   Η ατμόσφαιρα έχει ηλεκτριστεί περισσότερο από το κανονικό και οι πρώτες λεκτικές …βολές (πώς, εκτροπές είπατε;) εκτοξεύονται από τα χείλη των ανυπόμονων: «Τι θα γίνει, χωρίς νισαντήρι θα τη βγάλουμε σήμερα;».     «Μη βιάζεσαι, προηγείται το Οριεντάλ», απαντάει με τον τρόπο του ο άλλος∙ και κάποιος παρεκείθε αποφαίνεται: «Ένας είναι ο χορός της, αυτός της ευγονίας»…
    Στη γωνιά με τα πολυπρόσωπα και ευμεγέθη σάντουϊτς ένας σαραντάχρονος κλαίει τη μοίρα του, αφού τα πολλαπλά σωματικά και ψυχικά τραύματα με τα οποία τον έχει φορτώσει η τετραπληγία, τον εμποδίζουν να χαρεί τη ζωή και να δοξάσει τον Πλάστη για τις ομορφιές της γης, μεταξύ των οποίων και η θεσπέσια ύπαρξη της «πρωταγωνίστριας». Οι περισσότερο εμφανίσιμοι νεαροί από τους παρόντες, θαυμαστές της καλλονής, έχουν πάρει θέση στον εσωτερικό κύκλο και κοζάρουν με νόημα τον πολλαπλώς διεγείροντα τέλειο σωματότυπό της, που τους έχει μαγέψει αναφανδόν.  Ένας  Ρομά, μερικές δεκάδες μέτρα δεξιότερα, ερμηνεύει ανέμελα -αδιαφορώντας για τα σχόλια των διερχομένων- ένα αμιγώς λαϊκό τραγούδι. Δεν έχει αντιληφθεί ότι άθελά του, με τον  παραινετικό εννοιολογικό συμβολισμό των λόγων του τραγουδιού, συμμετέχει στον εξωστρεφικό λογισμό των εκστασιαζομένων νεαρών: «Μην κάνεις όνειρα τρελά, κάτσε εδώ που 'σαι καλά»…
    Η ιστορική πλατεία απέκτησε ξαφνικά χρώματα, ήχους και φωτοσκιάσεις μιας διεπίπεδης χωρικής διάστασης. Πρωτίστως το διακεκριμένο επίπεδο της θελκτικής πρωταγωνίστριας και δευτερευόντως τα ονειρικά εσταντανέ των νεαρών, στα οποία αυτή προεξάρχει. Αμφότερα τα επίπεδα νοηματοδοτήθηκαν από το πριμ του ειδικού βάρους της εγκυρότητας  του φαινομένου της συλλογικής δυναμικής. Κάπως έτσι περιέγραφε (ανέλυε), έναν αιώνα πριν, τις θέσεις των ανθρώπων σε διαλεκτική συνάρτηση με τις σχέσεις τους και τα γεγονότα που εκ του σύνεγγυς βίωναν ο Γάλλος κοινωνιολόγος Gustave  Le Bon.
    Στο κομμάτι του τόξου του δικού μας κύκλου έχουμε στα αριστερά μας τη Λεωφόρο Νίκης και αμέσως μετά τη θάλασσα στην (αγαπητική) επαφή της με το απέραντο γαλάζιο του ουρανού στο βάθος του απωτάτου ορίζοντα. Μεσημέρι προς απόγευμα∙ το ντεκόρ άλλαζε ανεπαισθήτως. Σε μερικές ώρες θα επικυριαρχούσαν οι μυστηριακοί χρωματισμοί. Δυτικά της θάλασσας, προς το Αγγελοχώρι, οι πρώτες αποχρώσεις του μωβ…  Ώ, Θεσσαλονίκη των ονείρων μου !
…………………………………………………………………………………………
    Ελάχιστα χρόνια νωρίτερα η ευφυής, καλλίγραμμη και υποψήφια νέα ηθοποιός τελούσε ακόμη υπό την επήρεια της τραυματικής εμπειρίας του παρελθόντος, που σχεδόν της απαγόρευε την αυτοεκτίμηση. Ο πατέρας της την είχε εγκαταλείψει και την μεγάλωνε μία φιλάσθενη μητέρα γεμάτη ενοχές, γιατί στάθηκε ανίκανη -όπως υποστήριζε-  να κρατήσει τον σύζυγο κοντά της και φοβίες για το μέλλον του κοριτσιού. Ένα μέλλον γεμάτο σημάδια από ουλές και  μώλωπες από το παρελθόν,  που φάνταζε σκοτεινό και δυσοίωνο μέσα σε μια κοινωνία σκληρή, ζηλόφθονη, αδιάφορη.
    Τα αναπάντητα «γιατί» του χωρισμού της που αδυνατούσε να διαχειρισθεί με την επιβαλλόμενη σοβαρότητα, μοιραία την κατηύθυναν πανικόβλητη στην εσωστρέφεια, τη μοναξιά, την μισανθρωπία. Μόνο της ψυχολογικό στήριγμα, η εύθραυστη δικαιολογία ότι δεν είχε το χρόνο, τα μέσα και τη δύναμη να ανταποκριθεί στα υψηλά καθήκοντα του γονιού με περισσότερη τρυφερότητα, μεγαλύτερη κατανόηση και ανεπηρέαστη βούληση. Πάντα κάτι παρενέβαινε, κάτι την ενοχλούσε σ' αυτό που έκανε, σ' αυτό που παρείχε, εμποδίζοντάς την να το ολοκληρώσει με τον τρόπο που επιθυμούσε.
    Τις σκέψεις της  στοίχειωναν και οι θεωρίες… συνωμοσίας που ήταν του συρμού και κατέληγαν πάντα στο ίδιο ζοφερό φινάλε: Η κόρη της την εγκατέλειπε, για να ζήσει με τον πατέρα της ή για ακολουθήσει τον καλό της. Είναι αλήθεια ότι κατέβαλε τεράστια προσπάθεια, προκειμένου να προσφέρει τα απαραίτητα εφόδια στο παιδί της, όμως "χανόταν" μέσα σε έναν κυκεώνα επιλογών, από τις οποίες αδυνατούσε να επιλέξει τις καταλληλότερες για τη μόρφωση και τη γενικότερη αγωγή της. Και το χειρότερο: φρονούσε ότι καμιά από τούτες τις επιλογές δεν ενστάλαζε στο πνεύμα του παιδιού της το γνωστικό αλλά και (αποδεδειγμένα) χρήσιμο περιεχόμενό της. Είχε την υποψία ότι δεν επαρκούσε μόνον η επιθυμία για να επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, απαιτείτο και η "έξωθεν καλή μαρτυρία" για την …επικύρωση της αξιακής του υπόστασης. Η μεταφυσική δεξαμενή από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει τη δύναμη εκείνη, που θα την απήλλασσε από τις φοβίες, τις ανασφάλειες, τα κάποια συμπλέγματα, της ήταν πολλαπλώς άγνωστη.
    Με τα χρόνια, κόρη και μάνα προσέβλεπαν αλλήλοις, ως κάθε μια τους να ήταν το εξαρτηματικό στήριγμα της άλλης. Ταυτόχρονα αμφότερες προσπαθούσαν να αποτρέψουν από τη συνείδησή τους την φθοροποιό επίδραση της ασκούμενης υφ' εκάστης πίεσης προς το έτερο μέλος. Όταν η κόρη πλησίαζε την ενηλικίωσή της, πίστευε το ίδιο πράγμα με τη μητέρα της: Ότι η αμφίπλευρη αφοσίωση ήταν απολύτως αναγκαία, για την ίαση των πληγών τους που έχαιναν ακόμη. Τούτο ήταν σωστό εν μέρει ως αληθές, όμως δεν επαρκούσε για την πλήρη αποκατάσταση της ψυχικής τους υγείας. Ίσως διέφευγε στις δύο γυναίκες, ότι κατά την εσωτερική διεργασία της εναλλάξ μετάπτωσης του προστάτη σε προστατευόμενο και το αντίθετο, απουσίαζε η ευεργετική συνηγορία του Θεού, που διευθετεί την σύγχυση, αποκαθιστά την πλάνη και ρυθμίζει το δέον γενέσθαι του πιστού. Η επίμονη αναζήτηση και επίκληση του Θεού παρά τοις ανθρώποις τους διασώζει από το μεμπτόν χθές και το επίμεμπτον αύριο, εξασφαλίζοντάς τους τη χαρά και την μακαριότητα της αιώνιας ζωής. Τι κρίμα, που για τις βασανισμένες αυτές υπάρξεις ο Θεός ήταν μακριά.
    Αργότερα η κοπελιά διαφοροποιήθηκε από την κοινή τους πεποίθηση και τότε βρήκε το δρόμο της. Οι άνθρωποι αναζητούν στις κοινωνικές τους επαφές τη ζεστή φιλική σχέση, που θα υποκαταστήσει ανοδύνως την συχνά ανύπαρκτη συγγενική στήριξη. Η αναγνώριση εξάλλου της φιλάλληλης προδιάθεσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο αλλά και της επαγγελματικής και οικογενειακής τους καταξίωσης, είναι ό,τι πιο σπουδαίο συναποκομίζει κανείς από την ψυχοπνευματική αυτή  σύμπραξη.
    Ωστόσο, εξακολουθεί να μην αποτελεί αμελητέα ποσότητα, ο αριθμός αυτών που επιμένουν να διατηρούνται κάποιες συναισθηματικές αποστάσεις, για να μην εκφυλίζεται σε αγωνία η έγνοια για την εξέλιξη της σχέσης. Με άλλα λόγια: Ο φόβος για το κίβδηλο της φιλικής  προσφοράς τους οδηγεί στην υποτίμηση της αξίας των συναισθημάτων που δέχονται, ώστε να δικαιολογούν και το ανάλογο της αξίας ανταπόδοσης.  Είναι αληθές, ότι ένα μικρό περίσσευμα αγάπης από άτομα που οι πράξεις τους συνέχονται από την διδασκαλία του Ναζωραίου, παραμένει ως ημιενεργός δυναμική ουσία στο χώρο της καθαρής συνείδησης και περιμένει το κατάλληλο γεγονός  για να εκδηλωθεί - αποδοθεί.
………………………………………………………………………………………
    Ο σκηνοθέτης επέβαλε ησυχία στην ομάδα και στο κοινό φωνάζοντας: «ήσυχα παιδιά…!» και σηκώνοντας το αριστερό του χέρι στράφηκε προς την πρωταγωνίστρια: «έτοιμοι…». Κατεβάζοντάς το συνέχισε: «πάμε!».  Και τότε συνέβη κάτι, που δεν ματάγινε ή τουλάχιστο δεν ακούσθηκε να έχει ξαναγίνει σε κάποια από τις γειτονιές και τις ρούγες της ελληνικής επικράτειας: Η πρωταγωνίστρια απομακρύνθηκε από τον… κύκλο της και με αποφασιστικά βήματα  πλησίασε τον τετραπληγικό, άδραξε τρυφερά το κεφάλι του και αφού το στήριξε στα χέρια της, έσκυψε και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων, κόλλησε παθιασμένα τα χείλη της στα δικά του.
    Παρατεταμένα χειροκροτήματα, ουρανομήκεις ζητωκραυγές  και στεντόρια «μπράβο» συνόδευσαν την πράξη της. Ο σκηνοθέτης είχε πάθει νευρικό κλονισμό και το μόνο που άρθρωνε υποβασταζόμενος από τον βοηθό του ήταν:  «όχι!…», «όχι!…», «όχι!…». Η συντριπτική πλειοψηφία του  κοινού από την άλλη ουρλιάζοντας: «ναι!», «ναι!», «ναι!...», τον καλούσε -στην ουσία- να προβεί στη λήψη (την καταγραφή) του απίστευτου στιγμιότυπου. Κάποιοι τον συνέχαιραν μεγαλοφώνως για το …πρωτότυπο σενάριο, ενώ άλλοι ορκιζόντουσαν ότι ο παραπληγικός ήταν διάσημος Αμερικανός  περφόρμερ…
    Στην κεντρική πλατεία επικρατούσε ο χαμός: οχλαλοή, φωνές, σφυρίγματα, τα απαραίτητα "ολέ-ολέ!", χλευαστικά μπιζαρίσματα του τύπου "κι' άλλο,… κι άλλο,…", μηχανάκια, ποδήλατα, Skateboard και μια …άμαξα με το άλογο της. Αν προσθέσουμε και το απόκοσμο βουητό των …σκιερών χώρων γαρνιρισμένο με το… διακριτικό ποδοβολητό των νέων που επισήμαιναν μ' αυτόν τον τρόπο την παρουσία τους, καθώς συνέρρεαν  θορυβωδώς από όλους τους γύρω δρόμους: Εγνατία, Μητροπόλεως, Μπαλάνου, Πλατεία Άθωνος, Τσιμισκή, Χαλκέων κ.λπ., τότε έχουμε την θαυμαστή σύνθεση του …ύμνου της (διεθνούς) απελευθέρωσης των ηθών: "Συνέβη στην πλατεία Αριστοτέλους!!!"… Και να σκεφθεί κανείς, ότι όλα έγιναν σε χρόνο dt από τους κατόχους, τους πάντες δηλαδή, των νέων συσκευών και συστημάτων μαζικής επικοινωνίας…
    Η πρωταγωνίστρια επέστρεψε ήρεμα στο χώρο της. Έκανε μερικά βήματα μέσα στον κύκλο της, κάρφωσε ψύχραιμα το βλέμμα της στο ενθουσιασμένο και αλαλάζον πλήθος των νέων και δείχνοντας με τον δείκτη του δεξιού της χεριού τον παραπληγικό, είπε:  «Ιδού, ο πρωταγωνιστής!». Και ενώ το πλήθος ξεσπούσε για πολλοστή φορά σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, οι δύο γυναίκες και ο άνδρας που τον συνόδευαν, τον απομάκρυναν εσπευσμένα με το καρότσι του, που το έσπρωχναν απρόσεκτα ανάμεσα στους παρευρισκομένους, με κίνδυνο να τραυματίσουν κάποιους από αυτούς. Με τη δημοσιότητα που πήρε πριν από λίγα λεπτά ο προστατευόμενός τους, φοβήθηκαν την άσκηση δίωξής τους από την αστυνομία της Αριστοτέλους, για εξαναγκασμό αναξιοπαθούντος προς επαιτεία ενεργούμενης για λογαριασμό τους. Το φιλοθεάμον κοινό συνέχισε να χειροκροτεί ασταμάτητα.
Π. Γιαννακόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου