Σοκάρει η Σώτη Τριανταφύλλου: Εχω δεχθεί απειλές, με έχουν φτύσει
πολλες φορές στον δρόμο.
Μου κίνησε το ενδιαφερον το
θέμα, αν και δεν γνωρίζω ούτε την ύπαρξη της κ.Τριανταφύλλου, και ας με
συγχωρήσει για αυτό.
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο,
βρήκα στοιχεία για αυτήν, αλλά συγχρόνως ανακάλυψα το ΜΕΝΟΣ με το οποιό κατφέρεται
εναντίον της σύσσωμος ο αριστερός ηλεκτρονικός τύπος.
Κατόπιν τούτου, με την
βεβαιότητα πλέον ότι πρόκειται για αξιόλογο άτομο, και για να ‘’προσανατολίσω’’
σχετικά τους αναγνώστες, αναρτώ και τρία πρόσφατα άρθρα της, για εξαγωγή
συμπερασμάτων.
Η γνωστή συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου, το όνομα της οποίας έχει βρεθεί πολλες
φορές στην δημοσιότητα για τις απόψεις που έχει εκφράσει, έδωσε μια συνέντευξη
στο περιοδικό «Down
Town» στην οποία αποκάλυψε ότι έχει
δεχθεί απειλές για την ζωή της, αλλά και επιθέσεις στον δρόμο.
Στην ερώτηση γιατί κάποιοι την αντιπαθούν
τόσο πολύ, η κ. Τριανταφύλλου δεν
μασάει τα λόγια της. «Υπάρχουν πολλοί λόγοι.
Πρώτον, επειδή έχω κάποιες συγκεκριμένες ιδέες που δεν είναι του συρμού.
Δεύτερον, επειδή δεν έχω το στυλ της δεξιάς θεούσας από την οποία θα περίμεναν
αντιαριστερές ιδέες. Αισθάνονται ότι τους απορρίπτω σε επίπεδο αισθητικής και
κουλτούρας. Δίκιο έχουν. Τους απορρίπτω».
Η γνωστή συγγραφέας προσθέτει επίσης, «Δεν υπάρχει πιο rock ‘n’ roll άνθρωπος από εμένα. Η λεγόμενη
ανανεωτική ή αντιεξουσιαστική αριστερά θεωρεί ότι το ροκ της ανήκει. Λάθος!
Επίσης είμαι γυναίκα. Δεν θα υπήρχαν οι ίδιες απειλές αν ήμουν άντρας».
Η κ. Τριανταφυλλου
αποκαλύπτει επίσης ότι: «Έχω δεχτεί όλα αυτά τα
χρόνια πολλές απειλές. Δεν μπορεί όμως να τις πάρει κανείς στα σοβαρά. Θα σε
σκοτώσω, θα σε μαχαιρώσω, θα σε ανασκολοπίσω. Μα είναι σοβαρά αυτά τα πράγματα;
Γελοιότητες…Και ας συνοδεύονται από προσβολές και φτυσίματα στο δρόμο».
Στην εύλογη απορία του δημοσιογράφου για να
διευκρινίσει αν αυτό αποτελεί σχήμα λόγου, η γνωστή συγγραφέας σοκάρει με την
αποκάλυψη της. «Ναι, μου έχει τύχει πολλές φορές να
με φτύσουν την ώρα που περπατώ στον δρόμο».
«Και πως
αντιδράτε», ρωτάει ο δημοσιογράφος. «Βγάζω
το αντισηπτικό μαντιλάκι μου, σκουπίζομαι και συνεχίζω να περπατάω. Τι άλλο να
κάνω; Να εμπλακώ σε χειροδικία; Αστεία πράγματα. Έχω δουλειές, τρεξίματα.
Εξάλλου, έχω μάθει να διαχειρίζομαι τις κόντρες και συνεχίζω να κάνω αυτό που
πιστεύω ότι κάνω καλά. Τώρα αν κάποιος έρχεται και με φτύνει στον δρόμο, ποιος
είναι ο γελοίος; Σίγουρα δεν είμαι εγώ..».
Βιογραφία
Βικιπαιδεια
Η Σώτη
Τριανταφύλλου είναι ιστορικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα
(Φωκίωνος Νέγρη) το 1957. Το 1980 αποφοίτησε από το Φαρμακευτικό τμήμα της ΦΜΣ
(Καποδιστριακό Παν/μιο). Συνέχισε τις σπουδές της σε διδακτορικό επίπεδο (Αμερικανική
Ιστορία και Πολιτισμός στην École des Hautes Études en Sciences Sociales
στο Παρίσι με καθηγητή τον Marc Ferro και Ιστορία
των Αμερικανικών Πόλεων με καθηγητή Jean Heffer στο New York University). Έχει κάνει μεταδιδακτορική έρευνα στη Φιλοσοφία των Μαθηματικών με καθηγητή τον Jean Dhombres και στη Ρωσική
Ιστορία στην EHESS. Έχει εργαστεί, ως ερευνήτρια, στο Centre d’Études Nord-Américaines στο
Παρίσι.
Πέρα από τη συγγραφική της δραστηριότητα (μυθοπλασία,
δοκίμια, βιβλία για παιδιά και εφήβους), εργάζεται ως
μεταφράστρια από τέσσερις γλώσσες, ως επιμελήτρια εκδόσεων, ως αρθρογράφος σε
εφημερίδες (Athens
Voice, Πολίτης) ενώ έχει εργαστεί και ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες (Έθνος, Κέρδος).
Συγγραφικό
έργο
Το έργο της τοποθετείται κυρίως στις
μητροπόλεις, αν και έχει γράψει νουβέλες και διηγήματα με φόντο την ελληνική
επαρχία. Αντλεί τα θέματά της από ιστορίκά φαινόμενα της ανθρωπότητας (αποικιοκρατία,
σουφραζέτες, αστική παρακμή, σταλινισμός, εμφύλιος πόλεμος, εγκληματικότητα,
θανατική ποινή, μετανάστευση). Οι θαυμαστές της Σώτης Τριανταφύλλου τονίζουν τη δυνατότητα
του έργου της να 'ταξιδεύει' μέσα από μια ποικιλία εικόνων, σε διάφορα μέρη του
πλανήτη και διάφορες ιστορικές περιόδους (από τις γειτονιές της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες,
μέχρι την ελληνική διασπορά στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, στο Λονδίνο και στο
Πίτσμπεργκ των αρχών του 20ου αιώνα). Συχνά πραγματοποιεί επιτόπιες
έρευνες στα μέρη όπου τοποθετεί τους χαρακτήρες και την πλοκή της, όπως για
παράδειγμα στην Κένυα και στην Τανζανία για την συγγραφή του βιβλίου "Λίγο από το αίμα σου"
και στο Μούρμανσκ (Βορειοδυτική Ρωσία) για το "Σπάνιες Γαίες". Ο
ορίζοντάς της είναι κοσμοπολιτικός τόσο στη μυθοπλασία όσο και στην
αρθρογραφία. Τα άρθρα της θεωρούνται «αιρετικά»
επειδή, μεταξύ άλλων, στέκονται κριτικά
απέναντι στις πολιτικές, κοινωνικές και αισθητικές επιλογές της Αριστεράς.
Έχει γράψει επίσης δυο βιβλία για τον κινηματογράφο. Ο συγγραφέας Νίκος Δήμου
έχει γράψει σχετικά: "Μέσα στον αφόρητα
επαρχιακό τόνο της ελληνικής πεζογραφίας, η Σώτη ξεχωρίζει σαν την μύγα μες το
γάλα. Πράγμα που φυσικά δεν της συγχωρεί κανένας."
Περί κράτους
Αντί να χαιρόμαστε την άνοιξη μιλάμε περί
κράτους – αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος: η κυβέρνησή μας λειτουργεί σαν μη
κυβερνητική οργάνωση· τέτοια είναι η ρητορική της και η βαθύτερη ιδεολογία της.
Απεχθάνεται το κράτος όπως το
απεχθάνονται οι αντιεξουσιαστές του γλυκού νερού: δεν έχουν όλες οι αναρχικές
θεωρίες την ίδια απορριπτική αντίληψη για το «κράτος», ούτε είναι όλες εξίσου
απλοϊκές – ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι εμφορείται από τις πιο απλοϊκές.
Χωρίς συγκροτημένη θεωρία για το κράτος η
άσκηση της πολιτικής γίνεται αδύνατη. Φοβάμαι ότι η ελληνική αριστερά (και το σύνολο
της σύγχρονης αντικαπιταλιστικής, ελευθεριακής αριστεράς) έχει
μείνει πολύ πίσω στη θεωρία του κράτους, όπως και στη θεωρία του εμφυλίου
πολέμου: είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό το ότι αριστεροί ιστορικοί σαν τον
Κρίστοφερ Χιλ και τον Χόμπσμπομ θεωρούσαν, για παράδειγμα, τους αγγλικούς
εμφυλίους πολέμους «επανάσταση», ταξική επανάσταση την οποία υποτίθεται ότι
κατέπνιξε το «κράτος», ο τρομερός Λεβιάθαν που ανέλυε ο Χομπς. Η αλήθεια ήταν
πολύ διαφορετική και πολύ πιο σύνθετη από τον αγώνα μεταξύ Καλού και Κακού –
και, εκτός από τις οικονομικές σχέσεις, έπαιζαν καθοριστικό ρόλο μια σειρά
πολιτισμικοί παράγοντες.
Το κράτος είναι μια προϋπόθεση του
πολιτισμού: χωρίς κράτος, οδηγούμαστε στο δίκαιο του ισχυροτέρου. Η επινόηση
και η δημιουργία του κράτους –η οποία οφείλεται σε μεγάλους νομοθέτες, όπως ο Πλάτων, ο
Αριστοτέλης, ο Σόλων– οδήγησε σε μια κατάσταση που είναι μοναδική
στη φύση: στην ειρήνη και στη δικαιοσύνη. Όποιος αμφισβητεί σήμερα την
αναγκαιότητα του κράτους δεν κατανοεί ούτε την ιστορία της φύσης, ούτε την
ιστορία του ανθρώπου – και για να κατανοήσει αυτή την ιστορία πρέπει να
ερευνήσει τι συνέβαινε στην ανθρώπινη κοινωνία πριν από το κράτος και τι
συμβαίνει σε χώρες χωρίς κράτος: απολυταρχία, αυθαιρεσία, βία.
Η αριστερά και οι αναρχικοί κάνουν λόγο για
«ταξικό κράτος». Πολλοί, όσοι έχουν διαβάσει λιγουλάκι τις
μαρξιστικο-λενινιστικές γραφές, αναφέρονται στο «Κράτος και επανάσταση» του Λένιν όπου αναλύεται η
προοπτική του «μαρασμού του κράτους» στο απώτερο κομμουνιστικό μέλλον. Το
βιβλίο, μια πραγματεία περί αταξικής ουτοπίας, γράφτηκε το φθινόπωρο του 1917,
λίγο πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση και μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν είχε
γνωρίσει τα ολοκληρωτικά συστήματα του 20ού αιώνα – έναν κόσμο πολύ διαφορετικό
από τον δικό μας και χωρίς τη δική μας συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία. Το μόνο
που μπορεί κανείς να μάθει σήμερα από το «Κράτος και επανάσταση» είναι οι εσωτερικές
αλληλεπιδράσεις των μεγάλων κινημάτων του 19ου αιώνα, από τον μηδενισμό μέχρι
τη σοσιαλδημοκρατία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάζεται στην κυβέρνηση με μια
βοηθητική πολιτική δύναμη που πιστεύει το ακριβώς αντίθετο για το κράτος, πλην
όμως με παρόμοια ρηχότητα. Οι ΑΝΕΛ ενθουσιάζονται με τις τελετουργίες του
κράτους όπως συνέβαινε και συμβαίνει στα φασιστικά, ναζιστικά και σταλινικά
κινήματα. Τα δύο αυτά φαινομενικά άκρα συναντώνται στη μη κατανόηση του κράτους
που προανέφερα, καθώς και στην πρόθεση δημιουργίας κομματικού μηχανισμού με
εθνολαϊκιστικό χαρακτήρα.
Το πρόβλημα είναι, με λίγα λόγια, το εξής:
η κυβέρνηση δεν πιστεύει στο μοντέρνο κράτος – δεν μπορεί και δεν θέλει να
διαχειριστεί τον μηχανισμό ως εγγυητή ειρήνης, δικαιοσύνης και κοινωνικής
συνοχής. Εξάλλου δεν πιστεύει στην κοινωνική συνοχή: τα πρότυπά της είναι χώρες
και κουλτούρες χωρίς μοντέρνο κράτος, χωρίς συνοχή. Η αραβοφιλία και γενικότερα
η συμπάθεια στα τριτοκοσμικά πειράματα την απομακρύνει από τις θεωρίες και τις
πρακτικές του κράτους στον δυτικό κόσμο. Εκ των δηλώσεων και των πράξεών του ο
ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να έχει την παραμικρή ιδέα για τη γέννηση και την εξέλιξη
του κράτους στη Δύση, για το πώς δηλαδή ο κατασταλτικός μηχανισμός της
απολυταρχίας μεταλλάχθηκε, μέσω διαδοχικών μεταρρυθμίσεων (η μεταμόρφωσή του μοιάζει μ’ εκείνη του
πλοίου του Θησέα) στο κράτος που μπορεί να εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη
για κάθε πολίτη.
Η σοσιαλδημοκρατία και ο κρατισμός –δεξιός και
αριστερός– αμαύρωσε την εικόνα του κράτους και συνετέλεσε στη
συνάντηση του αναρχισμού με την ελευθεριακή δεξιά. Το κράτος πήρε διαστάσεις
χταποδιού που στραγγαλίζει την οικονομία και το άτομο: όμως αυτό είναι
διαφορετικό πρόβλημα από το πρόβλημα της ύπαρξης και της λειτουργίας του
κράτους ως εργαλείου που εμποδίζει τη ζουγκλοποίηση. Θέλω να πω ότι το μέγεθος
και οι εσωτερικές ρυθμίσεις του κράτους παραμένουν ανοιχτό ζήτημα, αλλά η ίδια
η ύπαρξή του θα έπρεπε να έχει πλέον συμφωνηθεί: ο αναρχισμός είναι
αναχρονισμός.
Επίσης, είναι μια ψυχική διαταραχή: η
διαρκής αψηφισιά της εξουσίας και της αυθεντίας μαρτυρεί μια διεκδίκηση
ελευθερίας χωρίς όρια, άρα χωρίς περιεχόμενο. Η τάξη, δηλαδή ο σεβασμός της
ελευθερίας του άλλου, δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνο με σύστημα δικαιοσύνης
το οποίο εμπεριέχει, το λέει η λέξη, την «επιβολή». Παραλλήλως, το κράτος
αμβλύνει τις φυσικές ανισότητες μέσω των υπηρεσιών προνοίας.
Πόσο κράτος χρειαζόμαστε; Τι είδους κράτους
χρειαζόμαστε; Ακόμα και στις ΗΠΑ, όπου στα μάτια των αριστερών Ευρωπαίων δεν
υπάρχει κοινωνικό κράτος αλλά μόνον «αστυνομικό», λειτουργεί η κοινωνική
πρόνοια ως προστασία από την ασθένεια κι από τα ατυχήματα καθώς και ως ενίσχυση
των αδυνάτων. Τίθεται όντως ένα ζήτημα
«πόση» πρόνοια θέλουμε. Θέλουμε δωρεάν παιδεία; Θέλουμε δημόσιες μεταφορές; Θέλουμε δημόσια αεροδρόμια και επιχείρηση
ύδατος; Αυτά τα ερωτήματα είναι ποσοτικής φύσεως.
Ποιοτικής φύσεως
είναι το να πάψουμε να ταυτίζουμε το κράτος με έναν μπάτσο που σε κυνηγάει
αδυσώπητα: αν η εφηβική αυτή εικόνα στοιχειώνει τα στελέχη και τα μέλη του
ΣΥΡΙΖΑ θα οπισθοχωρήσουμε σε μια κατάσταση προ-κρατική, δηλαδή χωρίς κανόνες
συνύπαρξης. Όσο για τη δημιουργία κομματικού κράτους, όπως συνηθίζουμε να λέμε,
σημαίνει στην ουσία έναν συμβιβασμό: αφού δεν μπορούμε, προς το παρόν, να
καταλύσουμε το κράτος ας το επανδρώσουμε με τα φιλαράκια μας. Έτσι κι αλλιώς,
ανέκαθεν η αριστερά έκανε πολιτική φλυαρώντας στα καφενεία: μέρος αυτής της
φλυαρίας ήταν η αντίφαση μεταξύ κρατισμού και αναρχικών φαντασιώσεων· μεταξύ
του υποτιθέμενου εργατικού κράτους και της κατάλυσής του. Και μολονότι η πραγματικότητα
σπάζει πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα μεγάλο κύμα, η εντύπωση που αποκομίζει ο
πολίτης παραμένει εκείνη μιας μορφής ακυβερνησίας ή μιας μορφής διαχείρισης των
εθνικών προβλημάτων η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί σε μη κυβερνητική
οργάνωση.
Ποιοι είστε;
Καθώς κυλάει ο καιρός, ανεξάρτητα από το αν
η κυβέρνηση κάνει «καλά» ή «κακά» πράγματα, εντείνεται η αίσθηση του ανοίκειου:
Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Τι σκέφτονται; Σε τι πιστεύουν; Μερικοί από
αυτούς είναι κομμουνιστές, κάνω λάθος; Οραματίζονται μια κοινωνία σοβιετικού
τύπου που θα επέλθει μετά από επανάσταση μπολσεβικικού τύπου αλλά «με ανθρώπινο
πρόσωπο» – όχι; Μερικοί είναι σοσιαλδημοκράτες: τι ακριβώς πρεσβεύουν οι
σοσιαλδημοκράτες, μπορεί να μου το υπενθυμίσει κάποιος; Και πώς συνδυάζονται οι
σοσιαλδημοκράτες με τους κομμουνιστές; Τι είναι, μέσες-άκρες, οι σοσιαλιστές το
2016; Γνωρίζω τι ήταν παλιότερα, φέτος
όμως δεν γνωρίζω. Ποιο είναι το κοινό σχέδιο όλων αυτών των καλών ανθρώπων; Οι
μεταρρυθμίσεις; Ποιες μεταρρυθμίσεις; Σε ποια κατεύθυνση; Στην ίδια κατεύθυνση
ή σε αντίθετες κατευθύνσεις;
Μερικοί, που κινούνται στους κυβερνητικούς
κύκλους, προέρχονται από τον τροτσκισμό, από τον αναρχισμό, από τον μαοϊσμό,
από τον ζαμανφουτισμό: ποιο είναι σήμερα το σύνολο των ιδεών που τους
εκπροσωπεί; Πιστεύουν στη διαρκή επανάσταση; Πιστεύουν ότι η Πολιτιστική
Επανάσταση στην Κίνα ήταν μεγαλειώδης; Πιστεύουν ότι ο Στάλιν διέπραξε μερικά
«λάθη»; Ποιοι είναι οι φίλοι και ποιοι είναι οι εχθροί αυτών των πολιτικών
παραγόντων μέσα στον ευρύτερο κόσμο, στην υφήλιο; Ποια είναι η θέση τους για
την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το ΝΑΤΟ, για το βέλτιστο οικονομικό και κοινωνικό
καθεστώς; Ποιες είναι οι απόψεις τους περί ατομικής ελευθερίας,
επιχειρηματικότητας, ατομικής ευθύνης; Ή δεν παίζουν ρόλο όλα αυτά εφόσον
βουλιάζουμε όπως βουλιάζουμε; Τι παίζει ρόλο;
Έχω σειρά ερωτήσεων, υπομονή. Κατανοώ ότι
γίνονται συμβιβασμοί και αναγκαστικές συμμαχίες: για παράδειγμα, κατανοώ πώς ο ΣΥΡΙΖΑ
συνεργάζεται με τους ΑΝΕΛ. Προσθέτω όμως, ότι εκτός του αναγκαστικού χαρακτήρα
αυτής της συμμαχίας, υπάρχουν βαθύτερες ομοιότητες – τα έχουμε πει, να μην τα
ξαναλέμε. Αυτό που δεν κατανοώ είναι τι ακριβώς κάνουμε, πού το πάμε δηλαδή. Να
εξηγηθώ περισσότερο ή αρκεί η απορία έτσι όπως διατυπώνεται; Κατανοώ επίσης ότι
η λεγόμενη «ρομαντική» αριστερά, τουτέστιν όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τις
υπέροχες ιδέες και προθέσεις, οι ξεκομμένοι από την πραγματικότητα, έχουν
αρχίσει να αποδέχονται μερικά αμείλικτα γεγονότα. Εντάξει. Τι θέλουν όμως να
κάνουν από εδώ και πέρα; Ποιο είναι το πρότυπό τους, ποιος είναι ο πολιτικός
και κοινωνικός τους ορίζοντας; Οι κομμουνιστές των διαφόρων διαβαθμίσεων και
παραλλαγών –αυτοί
π.χ. που θαυμάζουν το ΚΚΕ– τι ακριβώς επιζητούν; Οι διάφοροι
αντικαπιταλιστές-οικολόγοι-altermondialistes πώς συνεργάζονται, σε ποια βάση,
με τους σοσιαλδημοκράτες της βαλκανικής ποικιλίας;
Αντιλαμβάνομαι επίσης ότι, εφόσον η
κυβέρνηση θεωρεί ανεπιθύμητες τις περιβόητες μεταρρυθμίσεις –ας δεχτούμε ότι
πρόκειται για νεοφιλελεύθερη επίθεση– συγκολλάται έτσι ώστε να
περισώσει, κατά τη γνώμη της, όλα τα παλιά που θεωρεί καλά. Κατά τη γνώμη της,
πάλι. Εντάξει κι εδώ. Όμως, μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος τι είναι αυτές οι
κυρίες και οι κύριοι που μοιάζουν λίγο καφενόβιοι, λίγο παλαιο-αριστεροί τύπου
ΚΚΕ εσωτερικού, λίγο χίπις που συναντήθηκαν βιαίως με μπαρμπέρη; Τι κάνουν κάθε
μέρα στα υπουργεία; Δεν τους βλέπω στα
υπουργεία, τους βλέπω στα κανάλια.
Υπάρχει κάποια αντίφαση. Η κυβέρνηση είναι
κυβέρνηση σε ένα καθεστώς που απεχθάνεται. Έχει διπλωματικές επαφές με
ανθρώπους και θεσμούς που θεωρεί επιβλαβείς αν όχι εγκληματικούς. Όμως έχει
αναλάβει τη βελτίωση της ζωής των Ελλήνων πολιτών: ρωτώ λοιπόν, όλων των
Ελλήνων ή μόνον του προλεταριάτου και όσων γλιτώσουν από τη λαιμητόμο; Μιλάω
μεταφορικά αλλά όχι και τόσο. Και ερωτώ επίσης: ποιο είναι το προλεταριάτο στην
Ελλάδα; Θέλω να πω, πώς να υπάρχει προλεταριάτο αν δεν υπάρχει παραγωγή,
βιομηχανία; Και πώς να υπάρχει βιομηχανία χωρίς βιομηχάνους... (Είναι η
διαλεκτική, stupid!) Tέλος, αν τα κυβερνητικά στελέχη έχουν όντως
εξελιχθεί και μετανιώσει για τον εμφύλιο πόλεμο που διεξάγουν σε κυμαινόμενη
ένταση, γιατί δεν μας το λένε να ξέρουμε κι εμείς ποιοι είναι οι άνθρωποι που
μας κυβερνούν;
Επιβίωση και αυτοκτονία.
Η αμέριμνη επιβιωτικότητα της κυβέρνησής
μας οφείλεται, νομίζω, στο ότι αντιπροσωπεύει τη σημερινή Ελλάδα – εμάς. Ο
υπουργός Άμυνας πηγαίνει στο γραφείο του με τρίχρωμη στολή, μεταμφιεσμένος σε
καταδρομέα· ο υφυπουργός Υγείας καθυβρίζει δημοσίως τους δημοσιογράφους
χρησιμοποιώντας χυδαίους νεολογισμούς· ο αναπληρωτής Οικονομικών, είτε δεν
κατανοεί το προσφυγικό πρόβλημα, την επίδραση των capital controls στην οικονομία
και άλλα πολλά, είτε μας κοροϊδεύει. Βρισκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη μας:
στρατόκαυλοι, τσαμπουκάδες, ανίδεοι, ανάγωγοι και αυτοκτονικοί. Μεταξύ μας
κινούνται καλοκάγαθες θείες με υπέροχα αισθήματα και ταλέντο στα λαϊκά φαγητά.
Έχουμε μπλέξει άσχημα σε δύο επίπεδα: στο
εθνικοτοπικό –επιμένω
στην εκτίμηση της χειριστοκρατίας την οποία έχω εκφράσει αρκετές φορές–
και στο διεθνές όπου διαπραγματευόμαστε με ηγεσίες χαμηλού επιπέδου· έχω επίσης
αναφερθεί στη μνημειώδη ανικανότητα της κ. Λαγκάρντ και του κ. Σόυμπλε: οι
άνθρωποι αυτοί περιπατούν εν τη σκοτία όπως λέγαμε παλιότερα – και μάλιστα με
ύφος προφέσορα. Επιπροσθέτως, στο
διεθνές επίπεδο, έχουμε κάνει τα πάντα για να αποκτήσουμε χειρότερους εχθρούς,
να απομονωθούμε, να γίνουμε φαιδροί και γελοιώδεις. Τι μας συμβαίνει;
Αυτοκτονούμε όλοι μαζί ενώ βγαίνει στην επιφάνεια, σ’ ένα είδος βορβορώδους
αφρού, ό,τι χειρότερο υπάρχει στη χώρα μας και στο γένος μας. Κοντολογίς, η
κυβέρνησή μας επιβιώνει ενώ μας οδηγεί στον πνιγμό όπως ο αυλητής του Χάμελιν τα
ποντίκια.
Κάνω μερικές παρατηρήσεις εφόσον δεν έχω
την ισχύ να κάνω κάτι πιο χρήσιμο. Για τη φτώχεια μας –που έχει πλέον αγγίξει ένα κρίσιμο σημείο–
δεν φταίει ούτε ο νεοφιλελευθερισμός, ούτε η Ευρώπη, ούτε το χρηματοπιστωτικό
σύστημα· φταίει το ότι δεν μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε το οικονομικό και
διοικητικό μας σύστημα. Απλώς δεν μπορούμε: είμαστε ανεπαρκείς και ανάξιοι.
Ανέκαθεν ανεπαρκείς και ανάξιοι ήμασταν: απλώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν
φάρσα.
Μικρές ή και μεγάλες δόσεις νεοφιλελευθερισμού
θα απελευθέρωναν την οικονομία: όμως, δεν τις θέλουμε, δεν τις θέλουμε –γι’
αυτό αναδείξαμε και στηρίζουμε ακόμα αυτή την αντιευρωπαϊκή, ουτοπιστική και
ανίκανη κυβέρνηση, την οποία συμπαθούμε ως αθώο θύμα των κακόβουλων Ευρωπαίων
και των διεθνών συνωμοσιών. Η κυβέρνηση προσπαθεί να βρει λύσεις μέσα στο
σοσιαλ-κρατικιστικό πλαίσιο: όμως, τέτοιες λύσεις δεν υπάρχουν. Κι επειδή δεν
υπάρχουν, γινόμαστε ένα τεράστιο φεστιβάλ ιερεμιάδων: θρηνούμε όλοι μαζί κι ο
ένας καταφέρεται εναντίον του άλλου.
Να ποια νομίζω ότι είναι τα αυτοκτονικά μας
χαρακτηριστικά: πρώτον, η αδυναμία των ηγεσιών μας να επιβάλουν αναπτυξιακή και
όχι υφεσιακή πολιτική – ακόμα κι ένας πρωτοετής φοιτητής του Οικονομικού
πανεπιστημίου καταλαβαίνει ότι η υπερφορολόγηση, η απομύζηση των επιχειρήσεων
και της μεσαίας τάξης προκαλεί επιβράδυνση της ανάπτυξης και ακόμα μεγαλύτερη
ανεργία. Παραλλήλως, ακόμα και οι μη ειδικοί καταλαβαίνουν ότι χωρίς ξένες
επενδύσεις δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ούτε ένα βήμα. Μα, ποιος επενδυτής θα
μας πάρει στα σοβαρά;
Οι Έλληνες ψήφισαν Αλέξη Τσίπρα ο οποίος
απειλούσε την Άνγκελα Μέρκελ και τη «συντηρητική νομενκλατούρα», πίστευε ότι οι
Ευρωπαίοι θα μας φοβούνταν και θα μας παρακαλούσαν να μας χαρίσουν λεφτά, δεν
γνώριζε τίποτα για τη διεθνή διπλωματία και, στην πραγματικότητα, τίποτα για
την ελληνική οικονομία – υπενθυμίζω ότι δεν είχε καν υπόψη του την ύπαρξη της
κάρτας απεριορίστων διαδρομών. Ωστόσο,
αυτόν επέλεξαν και μαζί μ’ αυτόν όλο του το σόι: φωνασκούντες κρατικοδίαιτους
συνδικαλιστές, νομικούς καθηλωμένους στο εργατικό δίκαιο του 1960 και ένα
συρφετό από απολίτιστους κηφήνες. Είναι εντυπωσιακό το πόσο χαμηλά μπορούν να
πέσουν οι οπαδοί της αριστεράς πιστεύοντας ότι κάνουν το καλό, το επαναστατικό,
το «σωστό»: αντριλίκια, φανφαρονισμοί, φασιστοειδείς δηλώσεις και μορφές
συμπεριφοράς. Κοινωνικό μίσος, κακόνοια, πείσμα, φανατισμός.
Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έχει καταλάβει (the hard way)
ότι η άσκηση της επίσημης εξουσίας δεν είναι το παιχνίδι που θα μπορούσε να
παίξει με την καπατσοσύνη που έλειπε από τους προκατόχους του. Αλλά είναι πολύ
αργά: αν και ποτέ οι πολιτικοί δεν κατάφεραν –ίσως και να μην ήθελαν– να
ενώσουν τους Έλληνες σε κοινούς στόχους, η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα έχει
επιδείξει μοναδικό ταλέντο στον εθνικό διχασμό, στη μισαλλοδοξία. Αυτός ο
διχασμός, μαζί με την ύφεση και την ανεργία, αποτελεί τη θανατική μας καταδίκη.
Βαλλόμαστε λοιπόν από παντού. Ποτέ δεν
ήμασταν αξιόπιστοι, ούτε είχαμε ιδιαίτερη αίγλη: μια σχετικά φτωχή χώρα, στην
άκρη της Ευρώπης λίγο καθυστερημένη, λίγο Οθωμανική, λίγο «παλαβή». Σε ποια
ευρωπαϊκή χώρα φοιτητές της θεολογικής σχολής αντιτίθενται σε επίσκεψη
θρησκευτικού ηγέτη και μάλιστα του χριστιανικού κόσμου; Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα
ο υπουργός Άμυνας φωτογραφίζεται με στολή παραλλαγής; Και πάει λέγοντας, να μην
επαναλαμβάνω τα ίδια.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει διαπαιδαγωγηθεί στη
συμφωνία και στην τέχνη της – έχει διαπαιδαγωγηθεί σε αγριοφωνάρες, καταλήψεις
και βανδαλισμούς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέρος της κυβέρνησης έχει
αντιεξουσιαστικές συμπάθειες και ορίζεται αρνητικά: π.χ. ως «αντιφασίστες» ή ως
«αντιρατσιστές» – ακριβώς όπως παλιότερα οριζόταν αρνητικά η αντικομμουνιστική
δεξιά η οποία δεν είχε τίποτα να μας προτείνει εκτός από την αποφυγή του
κομμουνιστικού κινδύνου.
Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η πορεία προς τον
θάνατο; Σημαίνει κατ’ αρχάς την εκπλήρωση της προφητείας του ΣΥΡΙΖΑ περί
ανθρωπιστικής κρίσης. Την επιθυμούσαν πολύ: ορίστε λοιπόν που συνέβαλαν στη
διαμόρφωσή της. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ανθρωπιστικής κρίσης η οποία
επιταχύνεται από την απουσία πολιτικής για τους πρόσφυγες. Το δεύτερο στοιχείο,
που συνδέεται φυσικά με την οικονομία, είναι η εμφυλιοπολεμική κατάσταση την
οποίαν υποδαυλίζουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Το τρίτο στοιχείο είναι οι
διαταραγμένες σχέσεις μας με τον υπόλοιπο κόσμο: δεν ισχυρίζομαι ότι οι άλλοι
έχουν δίκιο κι εμείς άδικο αλλά σίγουρα δεν έχουν όλοι άδικο κι εμείς,
ολομόναχοι, έχουμε το δίκιο.
Για να αποφύγουμε τις εκλογές, αναρωτιέμαι
και ελπίζω –μολονότι
κάθε χρόνο νιώθω λιγότερη αισιοδοξία– ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να
αναδείξει από τον ευρύτερο χώρο της αριστεράς καλύτερο υλικό από αυτό που έχει
αναδείξει. Άρα, για να αποφύγουμε τις εκλογές και το σάλτο μορτάλε, πιστεύω ότι
πρέπει να παρενοχλούμε, να επηρεάζουμε και ίσως να πείθουμε τη σημερινή
κυβέρνηση, η οποία, θα το επαναλάβω, δεν έχει χάσει τη βάση της: έτσι κι
αλλιώς, δεν έχουμε χρόνο για αλλαγή ηγεσιών. Κοντολογίς πιστεύω ότι πρέπει να
βοηθήσουμε την κυβέρνηση ώστε να μη μας πνίξει όπως ο αυλητής τα τρωκτικά.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου