Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ 5660 (15/7/26)

 

 ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ 5660 (15/7/26)

Τα σχόλια με μπλέ γράμματα και με σιέλ υπογραμμιση, όπου και αν υπάρχουν, είναι δικά μου.

Η «ΕΝΔΕΚΑΔΑ» ( + ) ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

      1)     ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ (15/7/2026)

2)     Οι «καρπουζάδες» του Σύβρου

3)     «Μηχανιώτικα 2026»

4)     Επιστρέφει διευρυμένο το «Τουρισμός για Όλους 2026-2027», αυξάνονται τα εισοδηματικά όρια και ενισχύονται ΑμεΑ και πολύτεκνοι - Αναλυτικός οδηγός.

5)     ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ αύξων αριθμός 112

6)     Σταχυολογήματα-Συμβουλές (14/7/2026)

7)     ΟΛΙΓΟΣ ΚΥΡ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΣ! (26/6/26 – 14/7/26).

8)     Μάχη της Άμπλιανης

9)     Γεώργιος Αβέρωφ (15/8/1818 – 15/7/1899)

10)  Αντόν Τσέχωφ (29/1/1860 - 15/7/1904)

11)  Αποστασία του 1965

12)  Μάχες Κρέσνας-Σιμιτλή-Τζουμαγιάς (11-15 Ιουλίου 1913)

13)  ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΕΝΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ( 15 ΙΟΥΛΙΟΥ )

ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ (15/7/2026)

 ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Οι «καρπουζάδες» του Σύβρου

 ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


«Μηχανιώτικα 2026»

 ΕΔΩ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Επιστρέφει διευρυμένο το «Τουρισμός για Όλους 2026-2027», αυξάνονται τα εισοδηματικά όρια και ενισχύονται ΑμεΑ και πολύτεκνοι - Αναλυτικός οδηγός

 ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ


ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ αύξων αριθμός 112

 ΚΟΜΙΞ

Πατήστε στο λίνκ  http://andremelez.blogspot.gr/

Σταχυολογήματα-Συμβουλές (14/7/2026)

 ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΦΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΟΛΙΓΟΣ ΚΥΡ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΣ! (26/6/26 – 14/7/26)

ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ( ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΙΚΡΑ )


 

Μάχη της Άμπλιανης

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Μάχη της Άμπλιανης
 

    Η Μάχη της Άμπλιανης ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 21 με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες.
Καινούργιος στρατιωτικός ορίστηκε ο Δερβίς Πασάς, στον οποίο ο Σουλτάνος έδωσε ρητή εντολή να προστάξει και τους Πασάδες των Ιωαννίνων Βριώνη και τον της Ευβοίας Καρυστινό, ο μεν να εισβάλει στην Ακαρνανία, ο δε στην Αττική. Αυτός δε, ο Δερβίς Πασάς να ενωθεί με τους Πασσάδες Μπερκόφτζαλη, Ιουσούφ Πασά και Αμπάζ Πασά Ντίμπρα να εισβάλει στην Ανατολική Στερεά με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό. Ο Δερβίς όμως αντί να βάλει σε ενέργεια τις διαταγές αποφάσισε να ενεργήσει μόνος του.
    Ξεκίνησε από την Λάρισα και πήγε στην Λαμία μην τολμώντας να περάσει από τις Θερμοπύλες. Πήγε στο χωριό Λιανοκλάδι απέναντι από το Ζητούνι και εκεί στρατοπέδευσε. Τους δε Ισούφ Πασά Μπερκόφτζα και Αμπάζ Πασά Ντίπρα με έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς τους διέταξε να περάσουν στην Γραβιά και από εκεί να συνεχίσουν για τα Σάλωνα. Εκεί να κατακτήσουν την πόλη και την γύρω περιοχή.
    Ο Πανουργιάς που ήταν τοποθετημένος μαζί με τους συμπατριώτες του στην Άμπλιανη, όταν έμαθε τα σχέδια αυτά κατασκεύασε στο μέρος αυτό ισχυρούς προμαχώνες, τους οποίους ενίσχυσε με πολλούς κορμούς χονδρών δέντρων. Η δύναμη του Πανουργιά δεν ήταν αρκετή για να αντέξει την ορμή των Τούρκων. Ευτυχώς όμως έφτασαν ενισχύσεις από το Σούλι υπό τους οπλαρχηγούς Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και άλλους. Ακολούθως έφτασαν και ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Π. Νοταράς. Έτσι συνολικά δύο χιλιάδες γινόμενοι περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου τρεις ώρες μετά την ανατολή του ήλιου επιτέθηκαν στους Έλληνες, έχοντας και δύο πεδινά κανόνια.
    Η μάχη άρχισε με ακροβολισμούς, αλλά αμέσως οι Τούρκοι όρμησαν με τα ξίφη στα χέρια για να διασχίσουν τους Έλληνες και να ανοίξουν δρόμο. Οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλη φθορά. Οι Τούρκοι δοκίμασαν και δεύτερη και τρίτη φορά, αλλά τα ίδια έπαθαν πάλι.  Κατά την διάρκεια της μάχης οι Έλληνες ενισχύθηκαν με μερικές δυνάμεις του Καλμούπη.
    Η μάχη διάρκεσε μέχρι το απόγευμα, ώσπου οι Σουλιώτες τινάχτηκαν κατά τον εχθρό για να τελειώσουν επί τέλους την μάχη και τους έτρεψαν σε φυγή. Όλος ο Ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό.
    Έπιασαν  λάφυρα δύο κανόνια, πολλά όπλα, πολεμοφόδια, σημαίες και άλογα, καθώς και την σκηνή του Μπερκόφτζαλη. Οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι γκρεμίστηκαν από τα βράχια και σκοτώθηκαν. Τα υπολείμματα του Τουρκικού στρατού επέστρεψαν κακήν -  κακώς στο Ζητούνι και διαλύθηκαν στις αρχές του Οκτώβρη.

Γεώργιος Αβέρωφ (15/8/1818 – 15/7/1899)

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Γεώργιος Αβέρωφ (15/8/1818 – 15/7/1899)
 

http://www.sansimera.gr
    Γεώργιος Αβέρωφ: Επιχειρηματίας και μέγας εθνικός ευεργέτης. Βλάχικης καταγωγής, γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1818 στο Μέτσοβο...
    Επιχειρηματίας και μέγας εθνικός ευεργέτης. Βλάχικης καταγωγής, γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1818 στο Μέτσοβο. Ήταν ο νεώτερος από τα πέντε αδέλφια της οικογενείας και οι γονείς του τον προόριζαν για δάσκαλο στο εκεί σχολείο. Εκείνος, όμως, πνεύμα ανήσυχο, προτίμησε να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό.
    Σε ηλικία 22 ετών μετέβη στο Κάιρο για να εργασθεί κοντά στον αδελφό του, ο οποίος είχε υφασματοπωλείο. Γρήγορα άνοιξε τα δικά του φτερά και αρχικά ασχολήθηκε με τη γεωργία, νοικιάζοντας κτήματα πλησίον του Νείλου. Στη συνέχεια επιδόθηκε στο εμπόριο σίτου στη Ρωσία και το 1866 ίδρυσε εμπορικό και τραπεζιτικό οίκο στην Αλεξάνδρεια.
    Ανεδείχθη ταχύτατα ως ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες της διασποράς, με περιουσία που ξεπερνούσε τα 100.000.000 δραχμές, όταν η περιουσία του πιο πλούσιου ελλαδίτη δεν ξεπερνούσε το 1.000.000 δραχμές. Οι πρώτες του δωρεές έγιναν προς την ελληνική κοινότητα της Αλεξανδρείας με την ίδρυση γυμνασίου, παρθεναγωγείου και νοσοκομείου. Ακολούθως, μερίμνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μέτσοβο, όπου διέθεσε 1.500.000 δραχμές για κοινωφελή έργα.
Με χρήματα του Γεωργίου Αβέρωφ:
    Αποπερατώθηκε το Πολυτεχνείο της Αθήνας. Το αρχικό κεφάλαιο για την ανέγερσή του είχαν διαθέσει οι επίσης Μετσοβίτες μεγαλέμποροι της Αιγύπτου, Στουρνάρας και Τοσίτσας, εξ ου και η ονομασία του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ).
    Χτίστηκαν η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (σημερινά Δικαστήρια της Ευελπίδων) και οι Φυλακές στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (στο χώρο που σήμερα υψώνεται τα Μέγαρα του Αρείου Πάγου και του Εφετείου).
    Ανεγέρθηκαν οι ανδριάντες του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' και του Ρήγα Φεραίου στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών.
    Αναναμαρμαρώθηκε το αρχαίο Παναθηναϊκό Στάδιο, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, ένα τεχνικό επίτευγμα για την εποχή του.
    Ο Αβέρωφ υπήρξε οπαδός του Χαρίλαου Τρικούπη, καθώς πίστευε στην εκσυγχρονιστική προσπάθεια του Μεσολογγίτη πολιτικού. Πίστευε ότι αν κυβερνούσε ο Τρικούπης θα είχε αποφευχθεί η εθνική ταπείνωση του 1897 και η πτώχευση της χώρας.
    Ο Γεώργιος Αβέρωφ πέθανε στις 15 Ιουλίου 1899 στο Ράμλεχ της Αλεξάνδρειας και ο τάφος του βρίσκεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Άφησε περιουσία που υπολογίσθηκε σε 31.000.000 δραχμές. Από το κληροδότημά του για κοινωφελείς σκοπούς διατέθηκαν σε χρυσές ελληνικές δραχμές:
2.500.000 (300.000 λίρες Αγγλίας) υπέρ του Ταμείου του Εθνικού Στόλου για τη ναυπήγηση πολεμικού πλοίου που θα έφερε το όνομά του. Πρόκειται για το θωρηκτό «Αβέρωφ», που κυριάρχησε στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.
1.500.000 υπέρ της ελληνικής κοινότητας της Αλεξανδρείας.
500.000 για την ίδρυση Γεωργικής Σχολής στη Λάρισα.
500.000 υπέρ του Ε.Μ.Π.
500.000 υπέρ του Ωδείου Αθηνών.
900.000 υπέρ της κοινότητας Μετσόβου.
1.000.000 για την αποπεράτωση του Παναθηναϊκού Σταδίου.
    Ο Γεώργιος Αβέρωφ διέθετε πρακτικό νου, που αναπλήρωνε την έλλειψη μόρφωσης. Αγαπούσε ειλικρινά την πατρίδα του και αυτός ήταν ο λόγος των δωρεών του και όχι οποιαδήποτε σκέψη επίδειξης. Το ελληνικό κράτος, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον εθνικό τούτο άνδρα, έστησε τον ανδριάντα του προ του Παναθηναϊκού Σταδίου.

Αντόν Τσέχωφ (29/1/1860 - 15/7/1904)

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Αντόν Τσέχωφ (29/1/1860 - 15/7/1904)
 

    Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ' (Ρωσικά: Анто́н Па́влович Че́хов) ήταν Ρώσος συγγραφέας πολλών διηγημάτων και θεατρικών έργων. Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου (17 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο) 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Πέθανε στις 02 Ιουλίου 1904 ( 15 Ιουλίου με το νέο ημερολόγιο) στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 09 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωες του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που “ξοδεύουν” τη ζωή τους μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας.
    Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του (Αλέξανδρος, Νικόλαος, Ιβάν, Μαρία, Μιχαήλ) και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο παππούς του Τσέχωφ ήταν δουλοπάροικος, που εξαγόρασε τη ελευθερία του. Ο πατέρας του (Πάβελ Εγκοροβιτς) δούλευε ως λογιστής και διατηρούσε τυροκομείο. Το ελάχιστο κέρδος του πατέρα ήταν αδύνατο να καλύψει τις ανάγκες της μεγάλης οικογένειας, γεγονός που τον ανάγκασε να δηλώσει πτώχευση. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του Τσέχωφ, ο Αλέξανδρος και ο Νικόλαος, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του πατέρα τους και στην καθημερινή τους μιζέρια έφυγαν απ' το σπίτι. Για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη των δανειστών του ο πατέρας του κατέφυγε στη Μόσχα. Λίγο αργότερα έφυγε και η μητέρα του με τα αδέρφια του, Μαρία και Μιχαήλ. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρόγκ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον. Πούλησε ότι είχε απομείνει από τα πράγματα του σπιτιού και έστειλε τα λεφτά στους γονείς του στην Μόσχα.
    Το 1879 ο Τσέχωφ μπαίνει στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, από όπου αποφοίτησε το 1884. Από τα χρόνια του γυμνασίου έγραφε χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα και ως φοιτητής δημοσίευσε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ξυπνητήρι», «Θεατής», «Μόσχα», «Φως και σκιά», «Θραύσματα» κ.ά., με το ψευδώνυμο Αντόσια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων «Τα παραμύθια της Μελπομένης» και το 1885 τις "Φανταχτερές Ιστορίες"
    Παράλληλα με το επάγγελμα του ιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο "Κύκνειο άσμα". Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του "Ιβάνοφ", το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μην δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το “Δαίμονας του δάσους” (πρώτη μορφή του έργου “Θείος Βάνιας”). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του "Ο Γλάρος". Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία "Ο θείος Βάνιας".
    Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του "Ο Γλάρος" και "Ο θείος Βάνιας”. Η συνεργασία του Τσέχοφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάβσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα "Οι τρεις αδερφές", πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από τη Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την μη αποδοχή ως μέλους της, του Γκόρκι. Το 1904 , λίγο πριν το θάνατο του, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει το έργο του "Ο βυσσινόκηπος".
Συλλογές Διηγημάτων
Μελπομένη - Φανταχτερές ιστορίες-Η αρραβωνιαστικιά - Το βατραχόψαρο-Για την αγάπη-Ένας άνθρωπος σε θήκη-Η ευτυχία-Θάλαμος Νο 6-Ο θάνατος ενός υπαλλήλου-Καημός-Καθηγητής φιλολογίας-Η κυρία με το σκυλάκι-Ο μαύρος μοναχός-Η μονομαχία - Η νύστα-Νύχτα Χριστουγέννων-Ο παροξυσμός-Η Παπριγκούνια-Το σπίτι με το μεσόστεγο-Τρία χρόνια-Το φραγκοστάφυλο-Ο φοιτητής-Χαμαιλέοντας-Ο χοντρός και ο λιγνός-Η ψυχούλα-"Η Προίκα", -Στέππα 
Το κύκνειο άσμα (μονόπρακτο)-Μέσω Σιβηρίας (μονόπρακτο)-Ιβάνοφ -Αρκούδα (μονόπρακτο) -Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού (μονόπρακτο)-Πλατόνοφ-Πρόταση γάμου (μονόπρακτο)  -Μια αθέλητη τραγωδία (μονόπρακτο)-Η επέτειος (μονόπρακτο)-Γλάρος -Στο μεγάλο δρόμο-Θείος Βάνια  -Τρεις αδελφές  -Βυσσινόκηπος

Αποστασία του 1965

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Αποστασία του 1965
    Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 έως την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η ερμηνεία των γεγονότων της περιόδου αυτής είναι αμφιλεγόμενη και οι εκδοχές που παρουσιάζονται σχετίζονται με την συναισθηματική συνάφεια των διαφόρων πλευρών στα δύο κύρια στρατόπεδα της Ενώσεως Κέντρου: στους προσκείμενους στη οικογένεια Παπανδρέου και τους προσκείμενους προς το Μητσοτάκη, Τσιριμώκο και άλλους.
    Μετά την παραίτηση του Γ. Παπανδρέου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις από μέλη της Ενώσεως Κέντρου παρά την αντίθεση του αρχηγού της Γ. Παπανδρέου και της πλειοψηφίας των βουλευτών της. Οι πρωθυπουργοί και υπουργοί αυτών των κυβερνήσεων, καθώς και οι βουλευτές της Ε.Κ. που τελικά στήριξαν αυτές τις κυβερνήσεις χαρακτηρίστηκαν από κάποιους κύκλους ως αποστάτες, καθώς υπήρχε η άποψη σε αυτούς τους κύκλους των πολιτικών, δημοσιογράφων και ιστορικών, ότι η στήριξη που παρείχαν οι αποστάτες δεν πήγαζε από πολιτική ή ιδεολογική συμφωνία, αλλά ήταν προϊόν χρηματισμού και υποσχέσεων για ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων. Η άλλη πλευρά υποστήριξε ότι το κίνητρο του σχηματισμού των κυβερνήσεων αυτών ήταν η αποφυγή περαιτέρω αστάθειας, δεδομένου ότι, μετά την παραίτηση Παπανδρέου, είχε είδη διαφανεί η πιθανότητα συνταγματικής εκτροπής από το στρατό.
    Η περίοδος αυτή ήταν περίοδος πολιτικής αστάθειας και εντάσεων με έντονη την ανάμιξη του νεαρού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου στα πολιτικά πράγματα της χώρας, ενδεχομένως κατά παράβαση του Συντάγματος του 1952.
   Κατά τους "Παπανδρεϊκούς" η αποστασία οδήγησε σε απαξίωση των πολιτικών και άνοιξε τον δρόμο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.
    Κατά άλλους κύκλους, η απαξίωση των πολιτικών άρχισε με την αδιάλλακτη στάση και υπερβολική εμμονή του παλατιού και του Γ. Παπανδρέου στη διαφωνία τους περί του υπουργού αμύνης. Η έναρξη της συνταγματικής ανωμαλίας οδήγησε σε παραπέρα πολιτική αστάθεια η μετέπειτα παραίτηση του Γ. Παπανδρέου η οποία οδηγούσε σε ντε φάκτο ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Συνεπώς ο σχηματισμός των μεταβατικών κυβερνήσεων ήταν μια (αποτυχημένη) απόπειρα αναστροφής της καθόδου προς την ανωμαλία.
Χρονικό της κρίσης
Παραίτηση Γ. Παπανδρέου
    Η Ένωσις Κέντρου είχε νικήσει στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία των ελληνικών εκλογών (52,72%) και ο Γ. Παπανδρέου είχε σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 171 βουλευτές. Αφορμή για την παραίτησή του από την πρωθυπουργία τον Ιούλιο του 1965 υπήρξε η διαμάχη του με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ. Ο Παπανδρέου επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Γεννηματά, οι οποίοι κατά την άποψή του ελέγχονταν από το παλάτι, με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο ίδιος ο Γαρουφαλιάς είχε την άποψη ότι ο Γ. Παπανδρέου επιθυμούσε, παγίως και με συνεχείς παρεμβάσεις, να κομματικοποιήσει τις Ένοπλες Δύνάμεις και να πλήξει το αξιόμαχό τους, ιδιαίτερα εν όψη της απειλής της Τουρκίας στην Κύπρο. Ο Γ. Παπανδρέου είχε εκδηλώσει την πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο βασιλιάς αρνούνταν να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, προβάλλοντας ως αιτιολογία τη φημολογούμενη εμπλοκή του γιου του (Ανδρέα Παπανδρέου) στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Ο Γαρουφαλιάς παρά την αποπομπή του, ακόμα κι αφού ο Γ. Παπανδρέου τον διέγραψε από την Ένωση Κέντρου, αρνούνταν να εγκαταλείψει το υπουργείο. Κατά τον Π. Γαρουφαλιά, η άρνησή του ίδιου οφειλόταν στην αντίστασή του κατά της κομματικοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων.
    Τελικά ο Γ. Παπανδρέου πρότεινε να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε, είτε επειδή επιθυμούσε να τοποθετηθεί πρόσωπο της δικής του εμπιστοσύνης είτε επειδή ο Γ. Παπανδρέου ήταν πατέρας του Α. Παπανδρέου και συνεπώς θα είχε προφανές διαπλεκόμενο συμφέρον με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Τότε ο Παπανδρέου θεώρησε ότι είναι απαράδεκτο ο πρωθυπουργός να μην μπορεί να αναλάβει όποιο υπουργείο επιθυμεί («πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν») και παραιτήθηκε.
    Στο χρονικό διάστημα 8-14 Ιουλίου είχε προηγηθεί ανταλλαγή πέντε οξύτατων επιστολών μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Παπανδρέου, σχετικά με την υπογραφή του διατάγματος για την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά, καθώς και μία μεταξύ τους συνάντηση στην Κέρκυρα. Ο βασιλιάς βρισκόταν στο διάστημα αυτό εκεί, στο ανάκτορο Μον Ρεπό, όπου επρόκειτο να γεννήσει η βασίλισσα Άννα Μαρία το πρώτο τους παιδί, την Αλεξία.
    Οι επιστολές του βασιλιά, κατά τον Γεώργιο Παπανδρέου, συνιστούσαν αντισυνταγματική επέμβασή του στη διακυβέρνηση της χώρας. Στις 7:00 το απόγευμα της 15ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στα ανάκτορα (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο, στην οδό Ηρώδου Αττικού) η τελευταία συνάντηση του Κωνσταντίνου με τον Παπανδρέου.  Διήρκεσε μόνο δέκα λεπτά και επιβεβαίωσε την προδιαγεγραμμένη ρήξη. Όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε και πάλι να υπογράψει το διάταγμα, ο Παπανδρέου δήλωσε ότι επρόκειτο να υποβάλλει εγγράφως την παραίτηση της κυβέρνησης την επομένη.
    Κατά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και οι δύο πλευρές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαλλαξία.
Κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα
    Πενήντα λεπτά μετά την προφορική δήλωση Παπανδρέου και χωρίς να υπάρχει έγγραφη παραίτηση της κυβέρνησης, ορκίστηκε ο πρώτος «αποστάτης» Πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, μέλος της Ενώσεως Κέντρου, ο οποίος είχε ήδη ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος. Επειδή η ορκωμοσία του ήταν προφανώς προαποφασισμένη και προσυνεννοημένη με τον βασιλιά, ονομάστηκε «κατεψυγμένος πρωθυπουργός». Η πρώτη κυβέρνηση αποστατών ήταν τριμελής και περιλάμβανε τον βουλευτή και απόστρατο ναύαρχο Ιωάννη Τούμπα, Υπουργό Δημοσίας Τάξεως, και τον Σταύρο Κωστόπουλο, Υπουργό Εθνικής Άμυνας. Τις επόμενες μέρες συμπληρώθηκαν και τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια, όλα από βουλευτές που προέρχονταν από την Ένωση Κέντρου.
    Στο μεταξύ ο Γ. Παπανδρέου είχε κηρύξει νέο «ανένδοτο αγώνα» κατά της συνταγματικής εκτροπής. Στους δρόμους γίνονταν μεγάλες διαδηλώσεις οργανωμένες από την Ένωση Κέντρου και την αριστερή ΕΔΑ και συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε μια τέτοια σύγκρουση σκοτώθηκε ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς Σωτήρης Πέτρουλας. Στις πορείες ακούγονταν έντονα αντιβασιλικά συνθήματα με κυρίαρχο το «Δε σε θέλει ο λαός, παρ' τη μάνα σου και μπρος», ενώ χιουμοριστικό σύνθημα με αναφορά στη νεογέννητη κόρη του βασιλιά ήταν το «Αλεξία, πάρε θέση».
    Η κυβέρνηση Νόβα ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στις 4 Αυγούστου. Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε στη Βουλή οι πιστοί στον Γ. Παπανδρέου βουλευτές φώναζαν και προπηλάκιζαν τους «αποστάτες», με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανδαιμόνιο. Υπέρ ψήφισαν οι 98 βουλευτές της ΕΡΕ, οι 8 του κόμματος του Σπύρου Μαρκεζίνη και 25 αποσχισθέντες από την Ένωση Κέντρου. Αφού δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 151 ψήφους, η κυβέρνηση Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα κατέρρευσε.
Κυβέρνηση Τσιριμώκου
    Μετά την παραίτηση Νόβα ο βασιλιάς έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Στέφανο Στεφανόπουλο. Αυτός σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ενώσεως Κέντρου στις 9 Αυγούστου του 1965 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς την έγκριση του κόμματος. Σε ψηφοφορία που ακολούθησε από τους 139 παρόντες βουλευτές οι 113 ψήφισαν ότι μόνο κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου θα στήριζαν. Έτσι ο Στεφανόπουλος την άλλη μέρα κατέθεσε την εντολή στον βασιλιά χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση.
    Στις 18 Αυγούστου εντολή σχηματισμού κυβέρνησης παίρνει ο Ηλίας Τσιριμώκος. Μαζί με τους Στεφανόπουλο, Νόβα και Κ. Μητσοτάκη προσπαθεί με πιέσεις και υποσχέσεις να βρει πολιτικούς της Ε.Κ. να αναλάβουν υπουργοί. Τελικά η κυβέρνησή του ορκίζεται δύο ημέρες αργότερα. Στο μεταξύ οι ταραχές στους δρόμους συνεχίζονται. Στις 28 Αυγούστου γίνεται ψηφοφορία για την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η κυβέρνηση Τσιριμώκου καταψηφίζεται και αυτή με ψήφους 159 κατά - 135 υπέρ. Υπέρ ψήφισαν 98 βουλευτές της ΕΡΕ και 37 βουλευτές της Ε.Κ.
    Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Τσιριμώκο και η στήριξή του από την ΕΡΕ ήταν γεγονός αμφιλεγόμενο για δύο λόγους.
    Ο ένας είναι ότι η ΕΡΕ είχε μεν στηρίξει και την κυβέρνηση Νόβα, στην περίπτωση Τσιριμώκου όμως στήριξε έναν αριστερό πολιτικό, παλαιό μέλος της ΕΔΑ, και τον οποίο ως τότε θεωρούσε μέρος του «κομμουνιστικού κινδύνου». Λίγους μήνες πριν, όταν ο Γ. Παπανδρέου τον είχε κάνει υπουργό τον Ιανουάριο του 1965, η ΕΡΕ και κάποιοι βουλευτές του κόμματος των Προοδευτικών είχαν επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον του πρωθυπουργού που είχε περιλάβει στην κυβέρνησή του ένα πρώην μέλος της «κυβέρνησης του Βουνού» (ΠΕΕΑ), ενώ οι δεξιές εφημερίδες έκαναν λόγο για «νομιμοποίηση του ΚΚΕ» και «υποδούλωση στην ΕΔΑ». Εννιά μήνες αργότερα οι ίδιοι του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ως πρωθυπουργού.
    Ο δεύτερος είναι η αντιφατική συμπεριφορά του ίδιου του Τσιριμώκου. Μετά την παραίτηση Γ. Παπανδρέου είχε πάει ως αντιπρόσωπός του στη Θεσσαλονίκη και σε μεγάλη συγκέντρωση στις 28 Ιουλίου είχε καταγγείλει τη συμπεριφορά του βασιλιά και τον σχηματισμό κυβέρνησης από τον Νόβα ως «καταρράκωση του δημοσίου βίου» και απόπειρα επαναφοράς της ΕΡΕ στην κυβέρνηση παρά το γεγονός ότι ο λαός την είχε καταψηφίσει. Τρεις εβδομάδες αργότερα όμως δέχθηκε ο ίδιος να σχηματίσει κυβέρνηση παρά την αντίθεση του Γ. Παπανδρέου και με τη στήριξη της ΕΡΕ.
    Μία εξήγηση για αυτή τη φαινομενική αντίφαση είναι ότι ο κίνδυνος περαιτέρω εκτροπής και η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης, υπερκέρασε τις αντιθέσεις της ΕΡΕ και Τσιριμώκου.
Κυβέρνηση Στεφανόπουλου
    Μετά από πολλές διαβουλεύσεις του βασιλιά με τους πολιτικούς αρχηγούς και ενώ ο Γ. Παπανδρέου επέμενε ότι η μόνη λύση ήταν ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης και η διεξαγωγή εκλογών, τελικά ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ο Στέφανος Στεφανόπουλος, έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη της ΕΡΕ, του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη και ορισμένων βουλευτών της Ε.Κ. Χαρακτηριστικό είναι ότι ορισμένοι υπουργοί αποφάσισαν τελευταία στιγμή να ενδώσουν στις πιέσεις για συμμετοχή στην κυβέρνηση και από φόβο μήπως αλλάξουν γνώμη τους όρκισαν βιαστικά, άλλους αξύριστους και άλλους με τα καθημερινά τους ρούχα. Στην κυβέρνηση μετέχουν οι Τσιριμώκος και Νόβας ως αντιπρόεδροι και ο Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών.
    Όταν η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε στη Βουλή στις 22 Σεπτεμβρίου, στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ε.Κ. είχαν απομείνει από τους αρχικούς 171 μόνο 126 βουλευτές. Τελικά η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Σεπτεμβρίου με 152 ψήφους υπέρ και 148 κατά.
    Οι περισσότεροι «αποστάτες» βουλευτές θα ιδρύσουν δικό τους κόμμα, το «Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον» (ΦΙΔΗΚ) τον Δεκέμβριο του 1965 με αρχηγό τον Στεφανόπουλο.
    Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα παραμείνει στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε και θα ανατραπεί ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ε.Κ. Γ. Παπανδρέου για διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης και διεξαγωγή εκλογών.
Τα αίτια της κρίσης
    Τα αληθινά αίτια της κρίσης είναι αρκετά και δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμα πλήρως. Αφορμή για την άρνηση του βασιλιά να επιτρέψει στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ήταν η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, η οποία είχε τότε ξεσπάσει και στην οποία φερόταν να εμπλέκεται ο γιος του, Ανδρέας Παπανδρέου. Επρόκειτο για μια μυστική οργάνωση αξιωματικών, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να ανατρέψουν τους «εθνικόφρονες» συναδέλφους τους και να αλληλοπροωθηθούν σε καίριες θέσεις του στρατεύματος. Από τις ανακρίσεις και από αλλού προέκυψαν κάποια επιβαρυντικά στοιχεία. Επίσης, η επικινδυνότητα της ομάδας και η ανάμιξη του ίδιου τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν αμφιλεγόμενες. Ο ίδιος ο τότε υπουργός άμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς κατηγορούσε δημοσίως τον Γ. Παπανδρέου για συνεχείς απόπειρες κομματικοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων και εξέφραζε αγωνία για το αξιόμαχό τους ενόψει του κινδύνου εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο. Κάποιοι κύκλοι (όπως η αντιπολίτευση της ΕΡΕ) θεώρησαν ότι για όσο διαρκούν οι ανακρίσεις θα έπρεπε να τοποθετηθεί υπουργός Άμυνας πρόσωπο αμερόληπτο και ευρύτερης αποδοχής.
    Το πρόβλημα διαχωρίζεται σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά τα αίτια της κρίσης μεταξύ του Γ. Παπανδρέου και των ανακτόρων και το δεύτερο σκέλος αφορά τα αίτια της παραίτησης του Γ. Παπανδρέου. Είναι φανερό ότι μια διαφωνία, ακόμα και σημαντική, δεν συνεπάγεται παραίτηση του Πρωθυπουργού ιδιαίτερα όταν και ο ίδιος με βάσει τις δικές του επιστολές προς τον Κωνσταντίνο, θεωρούσε ότι η κατάσταση οδηγείτο σε συνταγματική εκτροπή.
    Σε σχέση με τα αίτια της διαφωνίας Γ. Παπανδρέου και Παλατιού έχουν αναφερθεί τα εξής αίτια:
    Από το εμφανίζεται ως κύρια αιτία η επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου και της μητέρας του Φρειδερίκης να ελέγχουν πλήρως το στράτευμα. Άλλωστε για τον ίδιο λόγο είχαν συγκρουστεί τα ανάκτορα στο παρελθόν και με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο σοσιαλιστής Π. Γαρουφαλιάς ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γεωργίου Παπανδρέου, τον οποίο εμπιστευόταν και το Παλάτι. Ο Γ. Παπανδρέου είχε αποδεχθεί στο παρελθόν την επιλογή ΑΓΕΣ προσκείμενου στο Παλάτι μη θέλοντας να συγκρουστεί μετωπικά με τα ανάκτορα και ως τότε είχε φανεί υποχωρητικός στις απαιτήσεις τους. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είδε όμως ότι οι αλλαγές που επιθυμούσε να φέρει στο στράτευμα και ενδεχομένως και σε σχέση με το σχέδιο ΑΣΠΙΔΑ, υπονομευόταν από τον Γαρουφαλιά και θεώρησε ότι, αν δικαιούται να είναι πρωθυπουργός, τότε δικαιούται να είναι και υπουργός Αμύνης. Από την αντίδραση του βασιλιά και τις οξύτατες επιστολές του φάνηκε ότι τα ανάκτορα δεν ήταν διατεθειμένα να χάσουν τον έλεγχο του στρατού, δε δίστασαν μάλιστα να δημιουργήσουν και μείζονα κρίση με βαρύτατες συνέπειες για τον σκοπό αυτόν.
    Ως επιπλέον αιτία έχει προβληθεί ότι τα ανάκτορα επιδίωκαν τη διάσπαση της Ενώσεως Κέντρου.  Παραστρατιωτικά κέντρα στον στρατό και στην ΚΥΠ παρουσίαζαν ( για δικούς τους σκοπούς ) ψευδείς εκθέσεις για έξαρση του κομμουνισμού στην ύπαιθρο και οι σύμβουλοι των ανακτόρων δυσπιστούσαν προς την Ε.Κ., η οποία ακολουθούσε μια λιγότερο αντικομμουνιστική πολιτική από την ΕΡΕ. Η διάσπαση αυτή πέτυχε με την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε σημαίνοντα στελέχη της Ε.Κ. μετά τον παραγκωνισμό του Γ. Παπανδρέου και με την εξώθηση πολλών βουλευτών να στηρίξουν και να συμμετάσχουν στις κυβερνήσεις των «αποστατών».
    Μια ακόμη αιτία ενδέχεται να είναι η άνοδος της δημοτικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Α. Παπανδρέου είχε αναλάβει για πρώτη φορά υπουργός το 1964 και εξέφραζε θέσεις που τον έκαναν δημοφιλή. Κύρια θέση του ήταν η ανεξαρτητοποίηση της εξωτερικής πολιτικής από την πολιτική των ΗΠΑ και των λοιπών δυτικών συμμάχων και ο περιορισμός της επιρροής τους στην Ελλάδα. Είναι πιθανό βλέποντας τη δημοτικότητά του να ανεβαίνει στελέχη τόσο του εσωτερικού (επίδοξοι διάδοχοι του Γ. Παπανδρέου που ένιωθαν να απειλούνται τα σχέδιά τους, όπως ο Κ. Μητσοτάκης) όσο και του εξωτερικού (Αμερικανοί αξιωματούχοι) να επιθυμούσαν με την κρίση αυτή να ανακόψουν την πορεία του. Ο Α. Παπανδρέου είχε διαφοροποιηθεί κατ´επανάληψιν από τις μετριοπαθείς θέσεις του πατέρα του απέναντι στους Αμερικανούς και στο παλάτι, γεγονός που είχε ανησυχήσει τους πρώτους.  Πίστευαν ότι παρέσυρε τον πατέρα του σε συγκρούσεις με τον στρατό και το παλάτι για να προωθήσει προσωπικές του φιλοδοξίες. Κατά τη διάρκεια των ταραχών που ακολούθησαν την αποπομπή του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία οι Αμερικανοί διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι ο Α. Παπανδρέου είχε έλθει σε συνεννόηση με την αριστερή ΕΔΑ, κάτι που ανησυχούσε ιδιαίτερα το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Εξάλλου ο Κ. Μητσοτάκης είχε ενεργό ρόλο στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό και τη στήριξη των κυβερνήσεων των «αποστατών», στον οποίο ενισχυόταν και από τον φίλο του εκδότη της «Ελευθερίας», της μεγαλύτερης κεντρώας εφημερίδας της εποχής, Πάνο Κόκκα. Σε συζητήσεις με Αμερικανούς διπλωμάτες λίγο πριν τα γεγονότα του Ιουλίου ο Κ. Μητσοτάκης είχε εκφράσει την άποψη ότι ο Α. Παπανδρέου ήταν η κύρια πηγή των προβλημάτων της Ε.Κ. και ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Ελλάδα.
    Σε σχέση, με τα αίτια της παραίτησης το Γ. Παπανδρέου, έχουν αναφερθεί δύο εκδοχές:
    Η πρώτη εκδοχή αναφέρει ότι η εκτροπή ήταν τέτοιας σημασίας ώστε να μην μπορούσε ένας Πρωθυπουργός να την αποδεχθεί χωρίς να αποδέχεται στην ουσία κατάλυση του πολιτεύματος. Άρα η μόνη επιλογή ήταν η παραίτηση. Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ο Γ. Παπανδρέου είχε και στο παρελθόν αποδεχτεί παρεμβάσεις τέτοιου είδους από τον Βασιλιά, οπότε αυτό δημιουργεί ένα ερωτηματικό σε σχέση με το τι άλλαξε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
    Η δεύτερη εκδοχή που έχει αναφερθεί από τον Μητσοτάκη, Τσιριμόκο και άλλους, είναι ότι ο Γ. Παπανδρέου από κακή κρίση και υπερβάλλοντα εγωισμό παρασύρθηκε στα άκρα από έναν νέο και άπειρο Βασιλιά. Ο Γ. Παπανδρέου δεν θα έπρεπε να επιλέξει το συγκεκριμένο συμβάν για να έρθει σε ρήξη με το παλάτι, δεδομένης της περιρρέουσας ατμόσφαιρας αστάθειας και της εξωτερικής απειλής.
    Τα ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεων της «αποστασίας» υποστήριξαν ότι κίνητρό τους ήταν η διατήρηση της πολιτειακής ομαλότητας και η αποτροπή κινδύνου πραξικοπήματος. Αποχωρώντας από την Ε.Κ. ο Τσιριμώκος είχε κατηγορήσει τον Γ. Παπανδρέου ότι είχε ταυτίσει τη δημοκρατία με τον εαυτό του, ενώ πριν ακόμη λάβει διαστάσεις η κρίση τόσο αυτός όσο και ο Κ. Μητσοτάκης είχαν προσπαθήσει μάταια να πείσουν τον Γ. Παπανδρέου να υποχωρήσει στις αξιώσεις των ανακτόρων και να μην παραιτηθεί.
Οι συνέπειες της κρίσης
    Η πρώτη συνέπεια της παραίτησης Γ. Παπανδρέου ήταν η πολιτική αστάθεια που δημιουργήθηκε. Μέσω των ανεξέλεγκτων καταστάσεων που ακολούθησαν το μεγαλύτερο κόμμα, η Ένωσις Κέντρου, διασπάστηκε και βασικά στελέχη της αποχώρησαν. Έτσι το κόμμα που στις εκλογές του 1964 είχε λάβει 52% των ψήφων βρέθηκε στην αντιπολίτευση, ενώ η κυβέρνηση ήταν πλέον ουσιαστικά όργανο του βασιλιά. Με τον τρόπο αυτόν παραβιάστηκε η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
    Η πιο σημαντική συνέπεια όμως ήταν η απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών και η εξουδετέρωση της άμυνας του συστήματος απέναντι σε πολιτειακές εκτροπές. Αυτή η απαξίωση και η άμβλυνση των μηχανισμών άμυνας εξέθρεψαν και επέτρεψαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αφ´ενός για να πειστούν οι βουλευτές της Ε.Κ. να αποχωρήσουν χρησιμοποιήθηκαν ταπεινά δολώματα. Προσφέρθηκαν υπουργικοί θώκοι σε πολιτικούς ήσσονος σημασίας για να στηρίξουν τις κυβερνήσεις, έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση πως όποιος βουλευτής αποχωρούσε από την Ε.Κ. λάμβανε αυτόματα και υπουργείο. Παράλληλα υπήρξαν και καταγγελίες για χρηματισμό και εξαγορά ψήφων. O Παν. Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ, που είχε στηρίξει την Αποστασία και τις βασιλικές επιλογές, σε υπόμνημά του προς τον Κωνσταντίνο τον Ιανουάριο 1966, σχολιάζοντας την στάση των αποστατών της ΕΚ, σημείωσε ότι εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ορισμένες λεπτομέρειες της κρίσης:
      «Το χειρότερον ... είναι ότι η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών... έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων... με τον υπουργικόν θώκον ή και με άλλα ακατονόμαστα μέσα ...».    
    Συνέπεια αυτού ήταν η μείωση της εμπιστοσύνης του κόσμου στη δημοκρατία, αφού έβλεπε ότι οι πολιτικοί ήταν διατεθειμένοι να αλλάζουν γνώμη και στρατόπεδο εν μιά νυκτί προκειμένου να εξασφαλίσουν υλικά ανταλλάγματα.
    Αφ' ετέρου με την ενδεχόμενη επιμονή του βασιλιά να ελέγχει το στράτευμα και με την ενδεχόμενη επιμονή του Γ. Παπανδρέου να επιφέρει κομματικοποίησή του, τελικά γαλουχήθηκαν και αφέθηκαν να δρουν ανεξέλεγκτα οι παραστρατιωτικές ομάδες με κυριότερη αυτήν του τότε αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλου, κατοπινού δικτάτορα.  Οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων αλλά και τα ανάκτορα φέρθηκαν κοντόφθαλμα και στάθηκαν ανίκανοι να προβλέψουν τους κινδύνους από αυτήν την πολιτειακή κρίση. Μόνος ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού είχε προειδοποιήσει κατ' επανάληψιν από το βήμα της Βουλής για την επικινδυνότητα της κατάστασης, για «απαρχή εφαρμογής σχεδίου προς προπαρασκευήν του εδάφους δι' ανωμάλους λύσεις» και είχε διερωτηθεί με αφορμή το «Σαμποτάζ του Έβρου», που οργανώθηκε τον Ιούνιο του 1965 ως προβοκάτσια εις βάρος των κομμουνιστών από τον Παπαδόπουλο, «πώς ... είναι δυνατόν ... να εγκαθιδρυθεί ξανά το βασίλειον του φόβου εις αυτόν τον τόπον επί τη βάσει οιασδήποτε αυθαιρέτου, κακοβούλου ενεργείας οιουδήποτε κ. Παπαδοπούλου;»