Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ 5671 (26/7/26)

  ΡΟΥΚΟΥΜΟΥΚΟΥ 5671 (26/7/26)

Τα σχόλια με μπλέ γράμματα και με σιέλ υπογραμμιση, όπου και αν υπάρχουν, είναι δικά μου.

Η «ΕΝΔΕΚΑΔΑ» ( + ) ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

      1)     ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ (26/7/2026)

2)     ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ( 26 ΙΟΥΛΙΟΥ )

3)     Οι τέσσερις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις που αναμένεται να μεταδοθούν από την ΕΡΤ.

4)     Καστοριά: Έπεισαν 83χρονο να οδηγήσει μέχρι την Αθήνα και να τους δώσει 37.000 ευρώ -Του είχαν ήδη αρπάξει χρυσές λίρες..

5)     ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ αύξων αριθμός 140

6)     Όλα όσα μας σπάνε τα νεύρα στα θερινά τα σινεμά

7)     Σταχυολογήματα-Φιλία (25/7/2026)

8)     Μάχη των Δερβενακίων (26/7/1821)

9)     Η Μάχη της Πλίσκας (26/7/811)

10)  Όθων της Ελλάδας (1/6/1815-26/7/1867)

11)  Όθων της Ελλάδας

12)  Νικόλαος Πλαστήρας 1883 – 1953

13)  Νικόλαος Πλαστήρας (4/11/1883-26/7/1953)

14)  ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΕΝΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ 26 Ιουλίου

ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ (26/7/2026)

 ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ( 26 ΙΟΥΛΙΟΥ )

 ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Η Μάχη στα Δερβενάκια (1821)

Μικ Τζάγκερ: (1943 - ) Ο εμβληματικός frontman των Rolling Stones

Γιάννης Σπανός (1934 – 2019)

Αγία Παρασκευή

Καρλ Γιουνγκ: (1875 – 1961) Ο εισηγητής της αναλυτικής ψυχολογίας

Νικόλαος Πλαστήρας (1883 – 1953)

Όθων: (1815 – 1867) Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας

Ο καταστροφικός σεισμός του 1963 στα Σκόπια

Η Κουβανική Επανάσταση (1959)

Η Μάχη της Πλίσκας (811)

Οι τέσσερις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις που αναμένεται να μεταδοθούν από την ΕΡΤ

 ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ


Καστοριά: Έπεισαν 83χρονο να οδηγήσει μέχρι την Αθήνα και να τους δώσει 37.000 ευρώ -Του είχαν ήδη αρπάξει χρυσές λίρες

 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ


ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΑ αύξων αριθμός 140

 ΚΟΜΙΞ

Πατήστε στο λίνκ  http://andremelez.blogspot.gr/

Όλα όσα μας σπάνε τα νεύρα στα θερινά τα σινεμά

 ΜΑΖΕΜΕΝΑ ΑΠΟ ΔΩ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ 

Σταχυολογήματα-Φιλία (25/7/2026)

 ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΦΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Μάχη των Δερβενακίων (26/7/1821)

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Μάχη των Δερβενακίων
 

    Η Μάχη των Δερβενακίων ήταν μια από τις πολεμικές εμπλοκές της επανάστασης του 21 με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες και ολική καταστροφή των δυνάμεων του Πασά Δράμαλη.
    Μετά από την τελική ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, οι οθωμανικές δυνάμεις στη βόρεια Ελλάδα κινήθηκαν προς το νότο, για να αντιμετωπίσουν την ελληνική επανάσταση. Με μια για την εποχή εκείνη πρωτόγνωρης δύναμης στρατιά περίπου 30.000 πεζικού, 6.000 ιππικού και 6 κανονιών (τεράστια δύναμη για την εποχή εκείνη, τακτικός στρατός που όμοιόν του δεν είχε δει ποτέ η Ελλάδα), ο Δράμαλης ξεκίνησε από την Λάρισα με σκοπό να συντρίψει την ελληνική εξέγερση αφού ξαναπάρει την Κόρινθο, το Ναύπλιο και την Τρίπολη.
    Ο Δράμαλης ξεκίνησε από το Ζιτούνι της Λαμίας νωρίς τον Ιούλιο και προχώρησε προς τα νότια μέσω της Βοιωτίας. Τον καιρό εκείνο στην Αθήνα οι πολιορκημένοι στην Ακρόπολη είχαν ήδη παραδοθεί στις 21 Ιουνίου λόγω έλλειψης νερού. Στο πέρασμά του ο Δράμαλης συνάντησε μικρές δυνάμεις Ελλήνων που προσπάθησαν να υπερασπίσουν το στενό στα Γεράνεια όρη και το φρούριο της Ακροκορίνθου, αλλά οι μικρές δυνάμεις τους δεν μπόρεσαν να τον σταματήσουν. Έφθασε στην Κόρινθο κατά τα μέσα Ιουλίου και έκανε συμβούλιο για να αποφασίσει την πορεία της εκστρατείας του. Οι σύμβουλοί του υπό την διεύθυνση του Γιουσούφ Πασά από την Πάτρα του είπαν να κάνει βάση του την Κόρινθο και να συγκεντρώσει ισχυρό στόλο στο λιμάνι της πριν συνεχίσει.  Ο Δράμαλης όμως αποφάσισε να συνεχίσει με κατεύθυνση την Αργολίδα. Πέρασε από το στενό στα Δερβενάκια και έφτασε στο Άργος στις 24 Ιουλίου. Ανυπόμονος να συναντήσει τους υπόλοιπους Τούρκους στο Ναύπλιο έστειλε το ιππικό να προηγείται, ενώ άφησε τα μετόπισθεν και τα δυο πλευρά του στρατού του ανυπεράσπιστα.
    Φτάνοντας στο Άργος, διαπίστωσε ότι στο φρούριο ήταν αμπαρωμένοι Έλληνες επαναστάτες, ενώ ο τούρκικος στόλος, αντί να είναι εκεί, στην πραγματικότητα βρίσκονταν στην Πάτρα. Αποφάσισε να πολιορκήσει το φρούριο και να το καταλάβει μόνος του. Οι Έλληνες υπό την αρχηγία του Υψηλάντη έμειναν χωρίς νερό και αναγκάστηκαν μετά την δωδέκατη μέρα της πολιορκίας να αποδράσουν νύχτα ανάμεσα από τα τουρκικά στρατεύματα. Στο μεταξύ η πελοποννησιακή γερουσία είχε αναθέσει στον Κολοκοτρώνη και τον Πετρόμπεη ως εθελοντές μαζί με τους καπεταναίους και τους ιερείς να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους.
    Οι Έλληνες άρχισαν να μαζεύουν στρατεύματα και συγκέντρωσαν τουλάχιστον 8.000 πολεμιστές με αρχιστράτηγο τον Κολοκοτρώνη, ενώ άλλες 2.000 μαζεύτηκαν με αρχηγούς τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Παπαφλέσσα. Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να περικυκλώσουν τους Τούρκους, και έτσι ο Δράμαλης βρέθηκε αποκλεισμένος στην πεδιάδα της Αργολίδας.
    Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να οπισθοχωρήσει - να γυρίσει στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια.
    Η βασική διάβαση, με βάση το σχέδιο του Θ. Κολοκοτρώνη) φυλαγόταν από τον Αντώνη Κολοκοτρώνη και περίπου 1500 άντρες. Παράλληλα ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε τοποθετήσει τον Πλαπούτα με περίπου 800 άντρες στο Σχινοχώρι για να φυλάει την Βόρειοδυτική έξοδο της Αργολίδας προς την Στυμφαλία και τους Νικηταρά – Παπαφλέσσα στο Στεφάνι – Αγιονόρι, με άλλους 800 άντρες για να φυλάνε την Τρίτη διάβαση προς την Κλένια.  
    Οι Τούρκοι της εμπροσθοφυλακής μπήκαν στο στενό πέρασμα και όταν έφτασαν στην έξοδο δέχτηκαν τα πυρά των κρυμμένων Ελλήνων. Λίγοι πέρασαν προς την πεδιάδα της Κουρτέσας και ο κύριος όγκος οπισθοχώρησε με μεγάλες απώλειες.
    Αφού αυτό το πέρασμα φυλαγόταν καλά από τους Έλληνες, και η εμπροσθοφυλακή και το κύριο σώμα στράφηκε προς το δεύτερο κοντινό πέρασμα, αυτό του Άγιου Σώστη, Ανατολικά από την κύρια διάβαση. Αυτό το πέρασμα ήταν πολύ ανηφορικό και πιο δύσκολο για τους πεζούς και τα Ζώα, αλλά οι Τούρκοι το βρήκαν αφύλακτο και άρχισαν να περνάνε προς την Κουρτέσα, ενώ τα τμήματα του Αντώνη Κολοκοτρώνη τους πλευροκοπούσαν.
    Εν τω μεταξύ, το σώμα των Νικηταρά – Παπαφλέσσα, το μεσημέρι ειδοποιήθηκε με σήματα καπνού ότι ο Δράμαλης κινείται προς τα Δερβενάκια. Ανασυντάχτηκε και με γρήγορη πορεία έφτασε το απόγευμα στις κορυφές ανατολικά – πάνω από τον Αγιο Σώστη και είδαν τους Τούρκους που περνούσαν προς την Κουρτέσα. Τότε επιτέθηκαν αμέσως στους Τούρκους που βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά, ανατολικά οι νεοφερμένοι και δυτικά οι τα τμήματα του Α. Κολοκοτρώνη.
    Μέχρι αργά την νύχτα κράτησε η μάχη και οι Τούρκοι είχαν τρομακτικές απώλειες, και σε ανθρώπους και σε ζώα και σε υλικά. Όταν σκοτείνιασε, η προσπάθεια των Τούρκων σταμάτησε και γύρισαν στην Τίρυνθα όπου είχαν και πριν το στρατόπεδό τους.
    Οι απώλειες των Τούρκων και από τις δύο μάχες υπολογίζονται στις 4.500 νεκρούς περίπου (1.500 στα Δερβενάκια και την καταδίωξη προς τον Άγιο Σώστη και περίπου 3.000 στον Αγιο Σώστη). Οι Έλληνες μετά την νίκη τους επέπεσαν στα λάφυρα και το στράτευμα σχεδόν διαλύθηκε.
    Στις 28 Ιουλίου ο Δράμαλης ξεκίνησε πάλι από την Τίρυνθα για να δοκιμάσει την τύχη του στην Τρίτη διάβαση προς Κόρινθο, αυτή που περνάει από Προσύμνη, Αγιονόρι, Κλένια. Το σώμα του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα είχε τοποθετηθεί πάλι στο Στεφάνι – Αγιονόρι για την φύλαξη αυτής της διάβασης.
    Ανεβαίνοντας από την Προσύμνη οι Τούρκοι στράφηκαν πρώτα προς το Στεφάνι κατά του τμήματος του Νικηταρά που πολέμησε υποχωρώντας μπροστά στον όγκο τους μέχρι κοντά στο χωριό. Τότε οι Τούρκοι στράφηκαν ανατολικά και κατευθύνθηκαν προς το Αγιονόρι που στην είσοδο της Κλεισούρας τους περίμενε το τμήμα του Παπαφλέσσα, ενώ το τμήμα του Νικηταρά τους κυνηγούσε.
    Εκεί στην Κλεισούρα έγινε η δεύτερη μεγάλη καταστροφή της Τούρκικης Στρατιάς. Οι νεκροί Τούρκοι υπολογίζονται σε πάνω από 600 και οι υλικές απώλειες ήταν και πάλι πάρα πολλές και θα ήταν περισσότερες αν και πάλι οι Έλληνες δεν έπεφταν στα λάφυρα σταματώντας την καταδίωξη. Αυτές οι τρεις καθοριστικές μάχες, ουσιαστικά εξουδετέρωσαν την στρατιά του Δράμαλη, τα υπολείματά της δεν κατάφεραν να φύγουν ποτέ από την Κόρινθο.

Η Μάχη της Πλίσκας (26/7/811)


Η Μάχη της Πλίσκας (26/7/811)
αναδημοσίευση από το Βυζαντινών Ιστορικά
επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης
    Το 681 το Βυζάντιο υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την ύπαρξη Βουλγαρικού κράτους σε εδάφη της αυτοκρατορίας, υπό τον χαγάνο Ασπαρούχ. Η αναγνώριση του κράτους αυτού, που είχε δημιουργηθεί στο χώρο μεταξύ του Δούναβη και της οροσειράς του Αίμου με πρωτεύουσα την Πλίσκα συνεπαγόταν συμμαχικές δεσμεύσεις από την πλευρά των Βουλγάρων, οι οποίοι όμως δεν τις τήρησαν. Οι επανειλημμένες επιθέσεις των Βουλγάρων ηγεμόνων (κυρίως επί Κρούμμου) τον 8ο αιώνα παρενοχλούσαν τις βόρειες επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
    Στις αρχές του 9ου αιώνα τόσο στο Βυζάντιο όσο και στη Βουλγαρία η εξουσία περιήλθε σε δύο ικανότατους ηγεμόνες, τον Νικηφόρο Ά(802-813) και τον Κρούμο(803-814).
    Η πρώτη επίθεση του Κρούμου χρονολογείται το 808 και περιλάμβανε αιφνιδιαστική επίθεση στην περιοχή του Στρυμόνα. Οι βούλγαροι σκότωσαν το στρατηγό του βυζαντινού θέματος και λεηλάτησαν το στρατόπεδο και την περιοχή.
    Οι στρατηγικοί στόχοι των Βούλγαρων ήταν η οργάνωση επιθέσεων σε βυζαντινά αστικά κέντρα της
βαλκανικής. Προς την κατεύθυνση αυτή, την άνοιξη του 809 οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερδική (Σόφια). Η αντίδραση από την Κωνσταντινούπολη ήταν ανοργάνωτη και αποτυχημένη. Ο Νικηφόρος προσπάθησε να αποκρύψει την αποτυχία από το λαό διαδίδοντας την είδηση ότι <<γιόρτασε το Πάσχα στην αυλή του Βούλγαρου ηγεμόνα>>.
    Την άνοιξη του 811 αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά του Κρούμου μαζί με το γιο του Σταυράκιο. Άυξησε τους φόρους σε εκκλησίες και μοναστήρια και συγκέντρωσε χρήματα από καθυστερημένες εισφορές διακινδυνεύουντας την υπονόμευσή του με τις αντιπάθειες που θα δημιουργούσε.
    Τον Ιούνιο του 811 όταν οι Βυζαντινοί έφτασαν στο οχυρό Μαρκέλλες, ο Κρούμος φαίνεται ότι, επειδή διαπίστωσε το μεγάλο όγκο του βυζαντινού στρατεύματος, ζήτησε ειρήνη. Από τον Θεοφάνη μαθαίνουμε ότι, όταν οι βυζαντινοί έφτασαν στο οχυρό Μαρκέλλες, ένα στρατηγικό σημείο και σταυροδρόμι οδών προς τα βόρεια, ο Κρούμος ζήτησε ειρήνη από τον αυτοκράτορα λέγοντας:<<νίκησες, πάρε ό,τι σού αρέσει και φύγε ειρηνικά από τη χώρα>>.
    Οι Βούλγαροι δεν περίμεναν την βυζαντινή εκστρατεία. Η ολιγωρία όμως του Νικηφόρου τους έδωσε τη δυνατότητα να οργανωθούν και να κλείσουν κάποιες διαβάσεις προς το εσωτερικό. Ο Νικηφόρος αγνόησε τιες προτάσεις του Κρούμου και αποφάσισε να προσχωρήσει προς το εσωτερικό,
περνώντας μέσα από δύσβατες περιοχές με κλεισούρες στα περάσματα του Αίμου που χώριζαν τη Θράκη από τη Βόρεια Βουλγαρία. Η αυτομόληση ενός συμβούλου του αυτοκράτορα, του Βυζάντιου, που έφυγε από το στρατόπεδο και πήγε στον Κρούμο παίρνοντας μαζί του χρυσάφι, θεωρήθηκε κακός οιωνός.
    Ο βυζαντινός στρατός εύκολα κατέλαβε την Πλίσκα, την πρωτεύουσα του χαγανάτου με τους στρατιώτες να προχωρούν σε λεηλασίες και καταστροφές. Ο Κρούμος, μετά την απόρριψη της ειρήνης από το Νικηφόρο, κατέλαβε και έφραξε με ξύλινες οχυρώσεις όλες τις διόδους διαφυγής των Βυζαντινών, δηλαδή τις στενωπούς της Μυσίας. Οι βυζαντινοί εισήλθαν στην περιοχή ανυποψίαστοι.
    Όταν στις 24 Ιουλίου οι στρατηγοί συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, ήταν αργά για να αντιδράσουν. Υπήρξαν σκέψεις για άμεση επίθεση, ο Νικηφόρος όμως αρνήθηκε καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής «ακόμα κι αν μπορούσαν να πετάξουν».
    Τελικά μετά από μια καλά σχεδιασμένη επιχείρηση (25 Ιουλίου) οι Βούλγαροι τσάκισαν στην κυριολεξία τους εισβολείς. Εισήλθαν μάλιστα στη σκηνή του αυτοκράτορα και τον εξόντωσαν μαζί με τους επιτελείς του. Οι Βούλγαροι αποκόμισαν επίσης πολλά λάφυρα.
    Ο Κρούμος κρέμασε σε έναν πάσαλο για αρκετές μέρες το κρανίο του Νικηφόρου και στη συνέχεια το περιέβαλε με άργυρο, κατασκευάζοντας ένα κύπελλο. Ο χρονογράφος Θεοφάνης, που είναι
αρνητικός απέναντι στον Νικηφόρο, γράφει ότι για όσους έχασαν τη ζωή τους σε αυτήν την εκστρατεία, ο θάνατος του Νικηφόρου ήταν μια παρηγοριά.
    Ο γιος του αυτοκράτορα Σταυράκιος, αφού τραυματίστηκε σοβαρά στη σπονδυλική στήλη, κατάφερε να φτάσει στην Αδριανούπολη, όπου αναγορεύτηκε νέος αυτοκράτορας. Όμως λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, πολλοί αμφισβήτησαν την εκλογή του. Σε βαριά κατάσταση μεταφέρθηκε στην Κων/πολη, όπου το τέλος του ήταν θέμα ημερών.
    Όλη η εκστρατεία του Νικηφόρου και η τραγική κατάληξή της περιγράφονται σε μια εξαιρετική πηγή, στο Ανώνυμο Χρονικό του 811.
    « Το ένατο έτος της βασιλείας του Νικηφόρου, ο ίδιος ο αυτοκράτωρ εισήλθε στη Βουλγαρία θέλοντας να την καταστρέψει. Μαζί του είχε το γιο του Σταυράκιο, το γαμπρό του Μιχαήλ Ραγκαβή και όλους του αξιωματούχους και πατρικίους, το σύνολο του στρατού και τα παιδιά των αρχόντων που ήταν πάνω από 15 ετών, από τους οποίους σχημάτισε ένα ιδιαίτερο στρατιωτικό σώμα για το γιο του, τους «ικανότατους».
    Όταν μπήκε στις κλεισούρες, και οι Βούλγαροι πληροφορήθηκαν το πλήθος του στρατού που είχε μαζί του, επειδή δήθεν δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν, κατέφυγαν στα βουνά εγκαταλείποντας τα υπάρχοντά τους. Ο αυτοκράτωρ έστησε τη σκηνή του στην έδρα του ηγεμόνα Κρούμου και εξόντωσε 12000 βούλγαρους στρατιώτες που είχαν παραμείνει ως φρουρά. Επίσης σε μια δεύτερη μάχη νίκησε και εξολόθρευσε πενήντα χιλιάδες Βούλγαρους.
    Αφού λοιπόν το ηθικό το ήταν πολύ υψηλό και θέλοντας να φανεί δίκαιος, μοίρασε στο στρατό του χρήματα. Ακόμη έδωσε στους στρατιώτες άφθονο κρασί που υπήρχε στις αποθήκες για να πιουν όσο θέλουν. Και αφού ήταν πλέον ο κύριος της βουλγαρικής αυλής, έλεγε χαρούμενος: «Να λοιπόν όλα αυτά που μου παρέδωσε ο Θεός, εδώ θέλω να κτίσω εδώ πόλη με το όνομά μου και να παραμείνω ονομαστός στις επόμενες γενιές».
    Αφού λοιπόν έμεινε εκεί μερικές μέρες, έφυγε από την αυλή του Κρούμου καίγοντας όλα τα
οικοδομήματα και το ξύλινο τείχος που τα περιέκλειε. Δίχως να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, προχώρησε μέσα στη βουλγαρική επικράτεια θέλοντας να φτάσει στη Σερδική, καθώς νόμιζε ότι υπέταξε όλη τη Βουλγαρία. Η πορεία του κράτησε 16 μέρες και στην πορεία του ο αυτοκράτορας αποδείχτηκε αλαζονικός, αφού ούτε έβγαινε από τη σκηνή του, ούτε έδινε την οποιαδήποτε διαταγή σε κανέναν. Και αφού κάποιοι αντέδρασαν και έστειλαν το γιο του να του ζητήσει να βγει, όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά τιμώρησε και το γιο του. Έτσι οι στρατιώτες βρήκαν την ευκαιρία να επιδοθούν σε λεηλασίες. Πυρπολούσαν τους αθέριστους αγρούς και έσφαζαν τα ζώα, ενώ μερικοί, καθώς έβλεπαν την όλη κατάσταση, άρχισαν να λιποτακτούν.
    Οι Βούλγαροι είχαν δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο φράγμα από ξύλα που ήταν αδιαπέραστο. Βλέποντας από τα γύρω βουνά την κατάσταση που επικρατούσε στο βυζαντινό στρατόπεδο, μίσθωσαν Άβαρους και Σλάβους και έδωσαν όπλα ακόμα και σε γυναίκες.
    Το Σάββατο 23 Ιουλίου, τη δέκατη πέμπτη μέρα επιτέθηκαν στους κοιμώμενους βυζαντινούς. Καθώς οι στρατιώτες είχαν κατασκηνώσει σε μακρινή απόσταση μεταξύ τους, δεν αντιλήφθηκαν ταυτόχρονα τι ακριβώς συνέβαινε. Οι βούλγαροι άρχισαν να εξοντώνουν το στρατό του αυτοκράτορα. Όλοι οι άλλοι τράπηκαν σε φυγή. Σε αυτό το μέρος υπάρχει ένας ποταμός, σχεδόν βάλτος, και δίχως διέξοδο. Και καθώς δεν έβρισκαν πέρασμα για να διαφύγουν, οι βυζαντινοί καταδιωκόμενοι έπεφταν στο ποτάμι. Επειδή μπήκαν στο τέλμα με τα άλογά τους και δεν μπορούσαν να βγουν, πατήθηκαν από αυτούς που ακολουθούσαν με αποτέλεσμα να γεμίσει το ποτάμι με ανθρώπους και άλογα. Οι βούλγαροι πατούσαν πλέον σε αυτή τη μάζα για να περάσουν απέναντι και να καταδιώξουν όσους νόμιζαν ότι είχαν σωθεί. Εκεί λοιπόν έχασαν τη ζωή τους όλοι οι πατρίκιοι και οι άρχοντες.
    Όσοι είχαν διαφύγει από το ποτάμι, βρέθηκαν μπροστά στο ξύλινο φράγμα που είχαν δημιουργήσει οι βούλγαροι. Και καθώς δεν μπορούσαν να περάσουν να περάσουν με τα άλογά τους, τα άφηναν και προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν με τα χέρια και τα πόδια, όμως έπεφταν κάτω και διαμελίζονταν, αφού υπήρχε βαθιά τάφρος. Όσοι δε σκοτώνονταν από την πτώση, συνέχιζαν αδύναμοι την πορεία τους και πέθαιναν από την πείνα και τη δίψα. Σε ένα άλλο σημείο κάποιοι έβαλαν φωτιά στο φράχτη, ο οποίος κατέρρευσε μέσα στην τάφρο και όσοι προσπαθούσαν να διαφύγουν, έπεφταν σε αυτήν με τα άλογά τους και καίγονταν. Αυτή η συμφορά ήταν μεγαλύτερη από το ποτάμι.
    Εκείνη τη μέρα έχασε τη ζωή του και ο βασιλιάς Νικηφόρος με φρικτό τρόπο. Τραυματίστηκε επίσης και ο γιος του Σταυράκιος στη σπονδυλική στήλη και πέθανε δυο μήνες αργότερα. Πολλοί από τους αιχμαλώτους εξαναγκάστηκαν να απαρνηθούν το χριστιανισμό και να γίνουν ειδωλολάτρες. Όσοι δεν το έκαναν θανατώθηκαν από τους Βούλγαρους. Έτσι ο αυτοκράτορας Νικηφόρος από αδράνεια και αλαζονεία έχασε τη ζωή του και μαζί της τη δύναμη της αυτοκρατορίας, έχοντας βασιλέψει οκτώ χρόνια και επτά μήνες».