Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

11.Πασχαλινό παραδοσιακό τραπέζι, αυτό το μαρτύριο

ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ( ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΙΚΡΑ )
11.Πασχαλινό παραδοσιακό τραπέζι, αυτό το μαρτύριο
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΗΜΑ 
    Ο συμπέθερος, τα ψοφίμια, η λευκή πλαστική καρέκλα και η Γωγώ Τσαμπά. Και του χρόνου σπίτια μας γιατί δε θα το αντέξω.
    Γιατί Παναγιά μου; Γιατί κάθε χρόνο τα ίδια; Και γιατί πας θα μου πεις και θα ‘χεις και δίκιο αλλά είναι προτιμότερο να περάσεις δύο μαρτυρικές ώρες σε κάποια αυλή χωριού παρά να υποστείς για περίπου δύο εβδομάδες τη γκρίνια του τύπου ‘’Πάλι ρεζίλι γίναμε. Και τι θα πει ο κόσμος που δε θέλεις να φάμε όλοι μαζί. Οικογένεια δεν είμαστε; Και εμένα δε με σκέφτεσαι καθόλου; Με τι μούτρα θα τους πω ότι δε θα έρθεις;’’ Και πάει λέγοντας, Οπότε κάνεις την καρδιά σου πέτρα, φοράς χαμόγελο Crest και πας για να γίνεις κομπάρσος στο παραδοσιακό-ελληνικό-πασχαλινό τραπέζι στο χωριό.
    Θα τονίσω το χωριό. Γιατί αυτό το κείμενο δε θα μιλήσει και δε θα καταγγείλει τα τραπεζάκια που μαζεύονται δύο-τρεις φίλοι σε Παγκράτι, Χαλάνδρι και Πασαλιμάνι. Θα ασχοληθούμε με τις καλτ φιέστες που λαμβάνουν χώρα σε κάθε χωριό της Ελλάδας με καστ διαλεχτό και traditional.
    Βάλε Γωγώ Τσαμπά στα ηχεία για να πιάσεις το συναίσθημα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και άκουσε με προσεχτικά.
Σκηνικό: κάποια αυλή, σε οποιοδήποτε χωριό (μικρό ή μεγάλο).
Κεντρικός ήρωας: ο συμπέθερος ή όποιος άλλος μπορεί να σηκώσει στους ώμους του το ρόλο του συμπέθερου.
Τραπέζι: τίγκα στα ψοφίμια και το τζατζίκι.
Μουσική: κάνεις πλάκα; Παραδοσιακά.
Καρέκλες: οι πλαστικές, οι άσπρες, με τους τρεις αεροδιαδρόμους στην πλάτη.
Ποτό: δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία
    Σε αυτό το πλαίσιο θα κινηθούμε και ξέρετε πολύ καλά περί τίνος πρόκειται. Αυτό το τραπέζι είναι κάτι σαν την Ακρόπολη. Αποκλείεται να είσαι Έλληνας και να μην έχεις πάει έστω μία φορά, μετράει ακόμη κι αυτή που πήγες τότε με το σχολείο.
    Παραδοσιακά πράγματα και αρκούντως ντροπιαστικά αν δεν το ‘χεις βρε αδερφέ. Σε κάποιους αρέσει και το κατανοώ. Σε κάποιους άλλους όμως; Εγώ πάντα βρισκόμουν στην κατηγορία ‘’σε κάποιους άλλους όμως’’. Μου έχει μείνει τραύμα. Έχει στιγματιστεί το εγώ μου με αυτά τα εξαιρετικής γοητείας τραπέζια. Μη σου τύχει αγαπητή-έ μου.
    Μουσική στη διαπασών που κυμαίνεται μεταξύ νησιώτικου, καλαματιανού, χορευτικού dance hip-hop, Μητροπάνου και Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Και αυτό είναι το καλό σενάριο γιατί αν οι ιθύνοντες δεν έχουν φροντίσει για την playlist θα ακούσετε ραδιόφωνο τοπικής εμβέλειας. Κάθε τραγούδι και καημός και καημός και διαφήμιση για πλακάκια και είδη κιγκαλερίας. Εκτίμησες ξαφνικά το Μάκη το Χριστοδουλόπουλο ή ιδέα μου είναι;
    Στο κεντρικότερο σημείο θα βρεις το ψοφίμι. Δεν ξέρω τι είναι, μη με ρωτάς, δεν πρόκειται να σου απαντήσω. Φέρε στο μυαλό τη διαφήμιση της Κατερινούλας της Στανίση. ‘’Την πετσούλα, την πετσούλα’’.  Αυτό είναι το πιο γλυκό και το πιο τρυφερό που μπορεί να ακούσουν τα αυτάκια σου με το κολλητό σκουλαρίκι. Το αρνί-κατσίκι-οτιναναι (μία λέξη) σε συνεχή στροβιλισμό, η νοικοκυρά ή και κάποιο παιδάκι να λούζει με λάδι το δόλιο ζώο και οι κουτσομπόλες γειτόνισσες να παρακολουθούν από το απέναντι μπαλκόνι αν πήγες μόνη σου ή με τον γκόμενο. Πόσα μέτωπα ανοιχτά;
    Το τραπέζι πλουσιοπάροχο, αυτό θα το αναγνωρίσω. Σαλάτες, κρεμμύδια, τζατζίκι, τυροσαλάτα και τυροκαυτερή για τους μερακλήδες, κιλά ψωμί, η μαγειρίτσα από χθες, κάθε λογής κρέας, κοκορέτσι, κοντοσούβλι, έντερα, εντεράκια και ένα σμήνος μύγες να κόβουν βόλτες. Τι ωραία περνάμε εδώ στα εξοχάς;
    Όταν το κεντρικό ζώο ψηθεί σφάζεται από τον έμπειρο. Δεν αναλαμβάνει όποιος κι όποιος αυτή την εργασία. Είναι κάτι σαν την πίτα της Πρωτοχρονίας. Ο άνδρας του σπιτιού κόβει και όχι ο κάθε τυχάρπαστος.  Αφού δημιουργηθούν οι μερίδες σε μορφή Jenga ξεκινάμε το φαγοπότι για να το διακόψουμε κλάσματα δευτερολέπτου μετά από το παραλήρημα ενδιαφέροντος της μάνας. ‘’Η Μαρία δεν τρώει. Ο Θανάσης δεν έχει σαλάτα. Βάλε κάτι πιο μαλακό στο Θωμά’’ κτλ, κτλ, κτλ.
    Αν μπορώ να τα αντέξω όλα. Ένα πράγμα δε θα το ξεπεράσω ποτέ. Ποτέ σας λέω. Θα με στοιχειώνει, θα με ακολουθεί, θα με τυραννά. Έτοιμοι; Απεχθάνομαι τα γυμνά λαδωμένα χέρια που πιάνουν το κρέας για να σου το προσφέρουν με αγάπη. Jesus Christ Superstar ή απλά σώσε με δως μου να πιω το δηλητήριο, θα ΄ναι η ζωή μου ένα μαρτύριο τώρα που πια το ακουμπάς (ποιητική αδεία).
    Το κέφι φουντώνει, τα κρασάκια πάνε κι έρχονται και φτάνει η ώρα και η στιγμή του χορού. Ας άνοιγε η γη να με καταπιεί και θα τα βρίσκαμε μετά στο λογαριασμό. Ο συμπέθερος και πάλι είναι πρωταγωνιστής.
    Έχει μεθύσει, σέρνει το χορό, τραγουδά σε στιλ προσωπικό και τραβά όποιο χριστιανό βρεθεί στο διάβα του για να τον σιγοντάρει. Προσοχή. Όχι να του κλέψει την παράσταση αλλά να τον πλαισιώσει ωσάν μπαλέτο του Φώτη Μεταξόπουλου.
    Αφού ρίξει μπόλικες στροφές θα καθίσει εκ νέου στην κεφαλή για το δεύτερο γύρο μάσας. Οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες δεν έχουν διακόψει επουδενί την κατάποση του κρέατος. Με κατανυκτική διάθεση θα μπορούσαμε να πούμε έχουν σκύψει πάνω από το ψητό ψοφίμι και το ψέλνουν. Εντωμεταξύ εσύ κι εγώ είμαστε νηστικές. Έχουμε τσιμπήσει λίγες πατατούλες και μία φέτα ψωμί. Ααα και μία μπουκιά κρέας που εισχώρησε απειλητικά στην στοματική κοιλότητα όταν η συμπεθέρα έκανε κίνηση ματ.
    Κοιτάς το ρολόι και τα πιάτα που αδειάζουν. ‘’Έλα και τελειώνουμε. Τώρα θα φύγουμε δεν γίνεται διαφορετικά’’. Πόσες φορές το είπα και πόσες διαψεύσθηκα πανηγυρικά. Σειρά έχουν οι οικογενειακές ιστορίες που κάποιες φορές μπορεί και να σε εξευτελίσουν μέχρι αηδίας.
    Γιατί μπορεί το χάπι της να μη θυμάται αν το πήρε το πρωί, αλλά θυμάται τότε που ήσουν μικρή και γυρνούσες με το βρακί στο μπαλκόνι τραγουδώντας Χριστίνα Μαραγκόζη. Ναι μέχρι και το Χριστινιώ θυμήθηκε
    Παρωδία σας λέω αλλά κάπου στον ορίζοντα βλέπω την όαση. Μετά την καταιγίδα ακολουθεί η γαλήνη και μετά την ξεφτίλα σε πατζανάκηδες, ξαδέρφια, αδέρφια, κουμπάρους, τριτοξάδερφους, συνυφάδες και τη θεία μου τη χίπισσα έρχεται η σωτήρια αποχώρηση, νομοτελειακά μιλώντας πάντα.
    Κι εκεί που έχεις γραπώσει την τσάντα σου, έχεις σηκωθεί από την πλαστική καρέκλα, έχεις επαναφέρει την κυκλοφορία στα κάτω σου άκρα και χαιρετάς από μακριά, ακούγεται η φωνή του συμπέθερου. ‘’Μια φωτογραφία δε βγάλαμε ρε παιδιά, για το καλό;’’ Το καλό ποιανού αναρωτιέμαι και ποζάρω με τσάντα στον ώμο, ξινίλα στη μούρη και κόκκινο αυγό ‘Ανατολή’ ανά χείρας. Ευτυχώς θα έχουμε και φωτογραφικό υλικό για να θυμάμαι τη στιγμή. Δόξα τω Συμπέθερω.
    Άντε και του χρόνου σπίτια μας.
    Χρόνια σας πολλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου