Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Παροιμίες – Φράσεις ( 3 από 4 )



Παροιμίες – Φράσεις ( 3 από 4 )
 www.tisimainei.blogspot.gr
“Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα”
    Δεν είναι μόνο οι παραδόσεις και οι θρύλοι, αλλά και πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν πως, όταν αλώθηκε η πόλη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν παντρεμένος, είχε τρία αγόρια και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο τέταρτο.
    Την ημέρα ακριβώς που συντελέσθηκε το κοσμοϊστορικό εκείνο γεγονός, γέννησε κόρη, που πέθανε αμέσως. Ο θάνατος αυτός θεωρήθηκε κακό σημάδι κι από τότε βγήκε η γνωστή παροιμία: “Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα”, γιατί Τρίτη ήταν που έπεσε η Κωνσταντινούπολη και Σάββατο γιορτάζουν οι διώκτες του Χριστού.
"Σ' αγαπάει η πεθερά σου"
    Ο Νικόλας Πολίτης δίνει την εξήγηση στην έκφραση αυτή. Λέει πως πριν παντρέψουν το κορίτσι τους , οι πεθερές , είναι ευγενικές και αγαπούν το μέλλοντα γαμπρό τους . Ο γαμπρός θα κάτσει στο καλύτερο μέρος του τραπεζιού , ο γαμπρός θα πάρει την καλύτερη .Ο γαμπρός πάντα βρίσκεται στην πρώτη και καλύτερη γραμμή για την πεθερά .Τον προσέχει πολύ και δεν αρχίζουν ποτέ να φάνε , αν δεν έρθει ο γαμπρός. Τον περιμένει πάντα η πεθερά και αυτό το έχει επιβάλλει και στους άλλους.
    Όταν , όμως , γίνει ο γάμος , η πεθερά δεν έχει κανένα λόγο να τον περιμένει. Δε βρίσκει, δηλαδή, ο γαμπρός τις χαρές που είχε, οταν ήταν αρραβωνιασμένος. Γι’ αυτό και σ’όποιον πάει σε κάποιο σπίτι, όταν αρχίζουν να τρώνε , λένε πως «τον αγαπάει η πεθερά του»
"Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς"
    Η φράση αποδίδεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος την απηύθυνε στον παπα-Λευτέρη, έναν κληρικό που είχε απαρνηθεί τα κληρικά του καθήκοντα για να αφιερωθεί στον αγώνα της απελευθέρωσης.      Ήταν ένα βράδυ που ο παπα-Λευτέρης, σύμφωνα με την ιστορία, έφτασε αργά και λαχανιασμένος στο προκαθορισμένο σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσαν οι συναγωνιστές του για να στήσουν ενέδρα. Όταν ο Κολοκοτρώνης τον ρώτησε γιατί άργησε, εκείνος του απάντησε ότι καθώς περνούσε από το χωριό είδε τη «χήρα του κακομοίρη του Θανάση που σκοτώθηκε» να προσπαθεί να ζευγαρίσει το χωράφι της, τη λυπήθηκε και κάθισε να τη βοηθήσει. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς θα είσαι», πριν δώσει εντολή να ξεκινήσουν.
"Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει"
    Ο Γιάννης της παροιμίας ήταν υπαρκτό πρόσωπο: Ο Γιάννης Θυμιούλας, ένα από τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη από την Τρίπολη, για τον οποίο ο θρύλος λέει πως ήταν δυο μέτρα σε ύψος, τεράστιος σε διαστάσεις και φόβος και τρόμος για τον εχθρό σε κάθε μάχη. Ο Θυμιούλας με πέντε αρματολούς κάποια στιγμή βρέθηκαν πολιορκημένοι στη σπηλιά ενός βουνού. Μετά από μια ηρωική έξοδο –σχεδόν επιχείρηση αυτοκτονίας– που τρόμαξε τους πολιορκητές, ο Θυμιούλας κατέβηκε στο κοντινότερο χωριό και, μέρες νηστικός, έσφαξε και σούβλισε τρία αρνιά, τα οποία έφαγε μόνος του. Στη συνέχεια παρήγγειλε ένα βαρέλι κρασί, λίγο πριν φτάσει –πάνω στην ώρα– και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, που ρώτησε τον προεστό του χωριού τι συμβαίνει, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει».
" Όλα τα ‘χε η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε "
    Η παροιμία, αυτούσια, είναι η απάντηση που έδωσε ο Ιωάννης Κωλέττης όταν, σε μια από τις δεξιώσεις του Αντιβασιλιά, την εποχή του Όθωνα στην Αθήνα, κλήθηκε να σχολιάσει την στιλιστική επιλογή του αραχνοΰφαντου μαύρου βέλου της χήρας πλην τακτικής θαμώνος των κοσμικών συγκεντρώσεων Μαριορής – Ζαφειρίτσας Κοντολέοντος. Οι ελάχιστες κοσμικές δεξιώσεις εκείνη την εποχή δεν γίνονταν σε αυτό που λέμε «κλειστούς κύκλους», καθότι στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν υπήρχαν διακριτά διαμορφωμένες τάξεις –πράγμα που σημαίνει ότι τόσο οι ατυχείς στιλιστικές επιλογές όσο και τα καυστικά σχόλια έδιναν κι έπαιρναν.
“ Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι ”
    Όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διατηρούσαν στα παλάτια τους νάνους, για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσια τους. Οι «τζουτζέδες» αυτοί -όπως τους έλεγαν- ήταν σχεδόν παντοδύναμοι και μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο ή ν' ανεβάσουν στα ψηλότερα αξιώματα, όποιον ήθελαν: Οι αυτοκράτορες τους είχαν φοβερή αδυναμία και ποτέ δεν τους χαλούσαν το χατίρι, σε καμιά περίπτωση. Τους είχαν, ακόμη, ως μυστικοσυμβούλους και κατάσκοπους. Μόνον όταν έπεφταν σε βαρύ παράπτωμα τρεις φορές, τιμωρούνταν κι αυτοί με μια περίεργη τιμωρία. Τους έβαζαν τα δυο πόδια μέσα στο ίδιο υπόδημα και τους άφηναν να κυκλοφορούν, χοροπηδώντας. Η τιμωρία αυτή κρατούσε από τέσσερις μέχρι έξι μήνες. Στο τέλος, ο νάνος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το αφάνταστο αυτό μαρτύριο και έπεφτε στα πόδια του αυτοκράτορα, για να του ζητήσει έλεος. Έτσι, έμεινε η φράση: «Μου έβαλε ή του έβαλε τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι».
“ Άλλου παπά ευαγγέλιο ”
    Αυτή τη φράση την παίρνουμε από μια Κεφαλλονίτικη ιστορία. Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ' ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό. Ο παπάς όμως, στο δικό του Ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει. Εδώ όμως, στο ξένο Ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος. Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας, να λέει το Ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου. Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε! «Τι μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό Ευαγγέλιο...». - Εμ. Τι να κάνω; απάντησε αυτός. «Αυτό είναι άλλου παπά – Ευαγγέλιο». Και από τότε έμεινε η φράση!
“ Κάνει την πάπια 
    Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομάζονταν Παπίας. «Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τάς εις το παλάτιον εισόδους». Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Ο Πάπιας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσια του. Κάποτε -όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β'- Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες -ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα- στον αυτοκράτορα. Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του ...βούρκωναν υποκριτικά. - «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;». Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι' αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν»... Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου