Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

2α /15η ΜΑΪΟΥ 1922 : Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ


2α /15η ΜΑΪΟΥ 1922 : Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΘΕΡΜΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΣΤΗΝ ΖΟΦΕΡΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Του Ευαγγέλου Γριβάκου, Αντιστρατήγου ε.α- Νομικού
    Η λήξη του Α΄ΠΠ βρήκε την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών Συμμάχων με ένα αξιόλογο Στρατό δέκα (10) Mεραρχιών, πλήρως εξοπλισμένων. Με  στήριγμα την υπογραφείσα την  17η /30η  Οκτ. 1918 μεταξύ του Σουλτάνου και των Συμμάχων (πλην Ρωσίας),  επί του βρετανικού πολεμικού πλοίου «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αγκυροβολημένου στο λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, γνωστή Ανακωχή του Μούδρου, ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, την 17η /30η  Δεκεμβρίου του ιδίου έτους (1918)  και εν όψει των διαπραγματεύσεων για την Διάσκεψη της Ειρήνης,  κατέθεσε στο Συμβούλιο των Τεσσάρων Μεγάλων (αντιπροσώπων Αγγλίας, Αμερικής, Γαλλίας, Ιταλίας), ένα Υπόμνημα με προτάσεις για  Ανατολική και Δυτική Θράκη, Δωδεκάνησα, Ίμβρο και Τένεδο, καθώς και για μία παραλιακή εδαφική ζώνη στη Δυτική Μ. Ασία, εκτεινόμενη από την Ν. Μάκρη (απέναντι από την Ρόδο) μέχρι την περιοχή της Πανόρμου, στην Προποντίδα.     «Παρεμπιπτόντως», την ίδια, περίπου, ζώνη διεκδικούσαν ως σφαίρα επιρροής  και οι Ιταλοί, οι οποίοι, έχοντας αποσπάσει με την Συνθήκη του Λονδίνου του 1915  την περιοχή της  Αττάλειας, στην νοτιοδυτική Τουρκία, είχαν  ήδη αρχίσει να κινούνται απειλητικά προς Αϊβαλί και Σμύρνη. Οι Σύμμαχοι, όμως, ο καθένας για δικούς του λόγους, δεν ευνοούσαν καθόλου αυτή την επεκτατική πολιτική των Ιταλών, με αποτέλεσμα, την 23η Απριλίου του 1919, το Συμβούλιο των Τεσσάρων Μεγάλων, με εκπροσώπους μόνο της Αγγλίας, Γαλλίας και ΗΠΑ, αλλά όχι της Ιταλίας που είχαν αποχωρήσει,  αποφάσισε να επιτρέψει στην Ελλάδα να καταλάβει στρατιωτικά την περιοχή της Σμύρνης, δηλ από την Σμύρνη ως το Αϊβαλί με κάποια ενδοχώρα, συνολικής έκτασης 17.000 τετρ. χιλιομ. περίπου, με αποστολή την  « εγγύηση της ομαλότητας με την τήρηση της τάξης και την προστασία των μειονοτικών πληθυσμών της Μ.Ασίας, ώσπου να υπογραφεί η τελική Συνθήκη με την Τουρκία».
    Μετά από αυτήν την εξέλιξη, φάνηκε, πλέον, καθαρά ότι επέστη ο χρόνος απολύτρωσης του μικρασιατικού Ελληνισμού με την νόμιμη  επέμβαση του Ελληνικού Στρατού . Πράγματι, την 24η Απριλίου 1919, το Γενικό Στρατηγείο με έδρα την Θεσσαλονίκη, άλλαξε την αποστολή της Iης Μεραρχίας η οποία ήταν ήδη σε αναμονή στα λιμάνια των Ελευθερών, Σταυρού και Καβάλας, με διοικητή τον Συνταγματάρχη Πυροβολικού Ν. Ζαφειρίου, δύναμη 13.000 ανδρών περίπου και σύνθεση 3 συνταγμάτων πεζικού (το 4ο , το 5ο και το 1/38  Ευζώνων), και, αντί να την στείλει στην Ουκρανία, όπως αρχικά είχε σχεδιασθεί, προς ενίσχυση του Α΄ΣΣ το οποίο μάχονταν στο πλευρό των συμμαχικών και των ρωσικών κυβερνητικών δυνάμεων  κατά του «κόκκινου στρατού» των μπολσεβίκων, την διέταξε να επιβιβασθεί επί των πλοίων, να αποβιβασθεί στην Σμύρνη και, σε συνεργασία με τους Συμμάχους, να καταλάβει την πόλη, να απομονώσει τις συνοικίες της ώστε να
αποφευχθούν οι  συμπλοκές μεταξύ των εθνοτήτων και, κυρίως, να προστατεύσει τον  ελληνικό πληθυσμό. Εις εκτέλεση της Εντολής, η νηοπομπή με την Μεραρχία συνοδευόμενη από  οκτώ αντιτορπιλικά (5 ελληνικά και 3 αγγλικά), ξεκίνησε την 27η Απριλίου και τα ξημερώματα της 2ας/15ης 1919, έκανε την εμφάνισή της ανοικτά  της Σμύρνης υπό τις επευφημίες και ζητωκραυγές των χιλιάδων του μικρασιατικού Ελληνισμού ο οποίος, συγκεντρωμένος στην προκυμαία και εμπνεόμενος από την  πνευματική ηγεσία του θρησκευτικού ηγέτη τους Χρυσοστόμου Σμύρνης, αδυνατούσε να πιστέψει ότι το όραμα τόσων γενεών για επανένωση με την μητέρα Ελλάδα γίνονταν τώρα πραγματικότητα.
    Στις 07.30  της αυτής ημέρας άρχισε η απόβαση. Αρχικά προσέγγισε στην προκυμαία της Σμύρνης το μεγάλο φορτηγό πλοίο «Πατρίς» και ακολούθησαν τα πολεμικά, «Αβέρωφ», «Ατρόμητος» και  «Λεωνίδας».   Πρώτος αποβιβάσθηκε ο Συνταγματάρχης Ν. Ζαφειρίου ο οποίος στην προκήρυξή του προς τον Λαό της Σμύρνης τόνισε ότι «η κατάληψη της πόλης γίνεται για προστασία του πληθυσμού και τήρηση της δημοσίας τάξεως, οι πολιτικές και θρησκευτικές Αρχές θα συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά και ο Στρατός θα σεβαστεί τα ήθη και έθιμα όλων των κατοίκων,  ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας». Ακολούθως, στην περιοχή Πούντα της βόρειας ζώνης του λιμανιού αποβιβάσθηκαν κατά σειρά  το 4ο  Σύνταγμα που κατέλαβε το κέντρο της πόλης και  το  5ο που κατέλαβε τις ανατολικές συνοικίες  και το ύψωμα Πάγος. Το 1/38 Σύνταγμα αποβιβάσθηκε στην κυρίως προκυμαία όπου και ξέσπασε φρενήρες πανηγύρι. Μέσα στον ασυγκράτητο ενθουσιασμό, τα σχέδια για την εκτέλεση της αποστολής προσωρινά ξεχάστηκαν,  Εύζωνοι και Έλληνες της Σμύρνης εναγκαλίζονταν και ασπάζονταν αλλήλους, τα  πατριωτικά συνθήματα όπως «Ελλάς Ανέστη» χαρούμενα ηχούσαν ουρανομήκη και οι κυκλικοί χοροί γύρο από τις «πυραμίδες» των τυφεκίων  των φαντάρων καλά κρατούσαν υπό τους μουσικούς ελληνικούς και σμυρναίïκους ήχους.
    Τελικά περί την 11.00 ώρα το 1/38 Σύνταγμα, ανασυγκροτηθέν, συνέχισε την κίνησή του νότια προς την περιοχή Καραντίνα με σκοπό να περικυκλώσει την πόλη από τα νοτιοδυτικά, πλην, όμως, παρέλειψε να αποκλείσει, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, την οδό Προφήτη Ηλία που συνόρευε με την
τουρκική συνοικία, από την κατεύθυνση της οποίας, αίφνης, έπεσε ένας πυροβολισμός. Η αντίδραση των ανδρών του Συντάγματος, όπως πληροφορεί ο Λεβαντίνος Όσκαρ Ουίταλ,  ήταν άμεση και καταιγιστική, καθώς «εξαπέλυσαν μια φοβερή ομοβροντία προς τα καφενεία, το  Διοικητήριο και τους στρατώνες της 56ης τουρκικής μεραρχίας» που βρίσκονταν εντός της συνοικίας. Δημιουργήθηκε, τότε, μεγάλη αναταραχή  που γρήγορα γενικεύθηκε σε αιματηρή σύρραξη από την οποίαν δεν έλειψαν ούτε τα έκτροπα (λεηλασίες, βιαιοπραγίες κλπ) εκ μέρους των Τούρκων (κυρίως  τμήματα ατάκτων  πολιτών ενισχυόμενα από μικρά πλωτά μέσα συμπατριωτών τους που δρούσαν κατά μήκος της παραλίας) και μιας μικρής ομάδας Ελλήνων στρατιωτών  αλλά ούτε και τα πολλά θύματα  (κατά τις εγκυρότερες πληροφορίες 163 νεκροί και τραυματίες, εκ των οποίων 78 Τούρκοι, άμαχοι ως επί το πλείστον,  62 Έλληνες, 1 Εβραίος και 22 διαφόρων εθνοτήτων).   Οι συγκρούσεις διήρκησαν ολόκληρη την  ημέρα  και προτού νυχτώσει  οι Τούρκοι ταραξίες είχαν συλληφθεί και συγκεντρωθεί επί του πλοίου «Πατρίς», όπου και διανυκτέρευσαν.
    Αρόδου του λιμένα της Σμύρνης, προς παρακολούθηση της απόβασης, ήταν αγκυροβολημένοι οι στόλοι των Συμμάχων ( ο αγγλικός, υπό τον ναύαρχο Κάλθροπ που είχε και το γενικό πρόσταγμα, ο γαλλικός, ο αμερικανικός με το θωρηκτό «Αριζόνα», ο ιταλικός  με το θωρηκτό «Ντουΐλιο» και ο ελληνικός με το θωρηκτό «Αβέρωφ» και κυβερνήτη τον πλοίαρχο Ηλία Μαυρουδή). Οι διοικητές των στόλων με μεγάλη ανησυχία παρακολουθούσαν όλη την ημέρα τα διαδραματιζόμενα και ενημέρωναν  τις κυβερνήσεις τους. Δικαίως ή αδίκως, η Χώρα δυσφημίσθηκε στους Συμμάχους. Οι Γάλλοι προσπάθησαν να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα διαδίδοντας ότι η Ελλάδα ήταν η αποκλειστική υπεύθυνη και ανήμπορη να επιβάλλει την τάξη και  ο Ιταλός κυβερνήτης του  «Ντουΐλιο», ισχυριζόμενος ότι η ελληνική απόβαση απέτυχε, έστειλε σήμα προς την ναυαρχίδα του Κάλθροπ  και πρότεινε όπως « τα συμμαχικά στρατεύματα αποβιβασθούν  στην Σμύρνη προς επιβολή της τάξεως και προστασία των υπηκόων τους». Ο Κάλθροπ, ευτυχώς, απέρριψε την πρόταση και απάντησε στον Ιταλό ναύαρχο ότι «τελικά οι Ελληνες θα δυνηθούν να επιβάλλουν την τάξη», όπως και πράγματι έγινε.
     Η Κυβέρνηση Βενιζέλου, στην  προσπάθειά της να κατευνάσει τις  συμμαχικές αμφιβολίες και προβληματισμούς  προέβη σε μια σειρά σκληρών μέτρων όπως αφαίρεση  Διοικήσεων, παραπομπή στο Στρατοδικείο των υπευθύνων των βιαιοπραγιών -  σε  ορισμένους από τους οποίους επιβλήθηκε ακόμη και η εσχάτη των ποινών- άμεση ενίσχυση των δυνάμεων  κλπ. Πλέον τούτων έστειλε εσπευσμένα στην Σμύρνη τον Αντιπρόεδρο της Βουλής Eμμανουήλ Ρέπουλη και από 8ης Μαḯου 1919, τοποθέτησε ως Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης τον Αριστείδη Στεργιάδη, πρώην  δικηγόρο Ηρακλείου Κρήτης και ευνοούμενο του Βενιζέλου, τον οποίον ανακάλεσε  από την Ήπειρο όπου είχε αποσταλεί για να την   παραλάβει από τους Ιταλούς που την είχαν καταλάβει από το 1916.
    Αυτά, λοιπόν, ήταν, σε αδρές γραμμές, τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την πρώτη ημέρα στην Σμύρνη και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους στην έναρξη της εκστρατείας, οι δε σημειωθείσες  ταραχές αποτέλεσαν  κακό οιωνό για τις σκληρές  δοκιμασίες που επέπρωτο να υποστεί  ο Ελληνισμός τα επόμενα έτη στην Μ. Ασία.
     Εν τούτοις, η κατάσταση σύντομα ομαλοποιήθηκε  και   η Μεραρχία συνέχισε κανονικά  την αποστολή της. Μέχρι την 4η/17η Μαḯου κατέλαβε τα  περίχωρα της Σμύρνης  Μουτζά, Μπουρνόβα, Τσιμόβασι και Κορδελιό. Παράλληλα επιταχύνθηκε  και η άφιξη περισσοτέρων δυνάμεων στην Μ. Ασία, όπως του 6ου Συντάγματος Αρχιπελάγους από την Μυτιλήνη,  του 8ου  Συντάγματος Κρητών συν  ένα Τάγμα Χωροφυλακής από την Αθήνα και, ολίγον  αργότερα, της Μεραρχίας Λαρίσης,. Τελικά εντός 15 ημερών είχε καταληφθεί  ολόκληρη η ούτως αποκαλούμενη Ζώνη της Σμύρνης, (περιοχή  Σαντζακίων Σμύρνης και Αϊδινίου), που ήταν περίπου η ίδια με εκείνη που παραχωρήθηκε στην Ελλάδα δια της  Συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλ./ 10 Αυγ. 1920). Έτσι έληξε και η πρώτη φάση της μικρασιατικής εκστρατείας, απαρχή της οποίας ήταν η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στην Ιωνική Γη, προ 99 ετών, ακριβώς.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
α.  Δ. Κόκκινου, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, τομ. 4, σελ. 1250 επ.
β. ΘΕΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ της ΔΙΣ
γ. Περιοδ. ΤΟΛΜΩΝ (Αρχισ. Π. Γιαννακόπουλος), τευχ. 14, σελ. 13 επ. Βασ. Αλεξάνδρου «Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ».
δ. Τζάιλς ΜΊλτον, ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, (εκδ. Μίνωας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου