Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

ΚΥΠ: Εγχειρίδιον Μυστικής Δράσεως


ΚΥΠ: Εγχειρίδιον Μυστικής Δράσεως
Το έστειλε ο Σπύρος Λίτινας
    Το Φεβρουάριο του 2014 η ιστοσελίδα «Greek American News Agency» διέρρευσε στο διαδίκτυο ένα παλαιό (έκδοση Δεκεμβρίου του 1963) απόσπασμα από ένα εγχειρίδιο της ΚΥΠ (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών), που μετέπειτα μετατράπηκε στη σημερινή ΕΥΠ (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών). Αυτό θα δούμε και εμείς σε αυτό το άρθρο μας. Αξίζει να τονίσουμε ότι παρότι παλαιό έγγραφο, η συντριπτική πληοψηφία όσων αναφέρονται ισχύουν και σήμερα καθώς έχουν να κάνουν κυρίως με τις θεμελιώδεις αρχές και όχι με τεχνολογίες ή άλλα εφήμερα δεδομένα.
Πηγή: Archive.greekamericannewsagency.com
    Οι περισσότεροι αναγνώστες μας αμέσως θα εντοπίσουν ότι τίποτα από όσα αναφέρονται σε αυτό το απόσπασμα δεν είναι άγνωστα σήμερα, και έχουμε γράψει αρκετά άρθρα για πιο σύγχρονες τακτικές, τεχνικές, και διαδικασίες επί του θέματος στη σελίδα μας. Ωστόσο, καθαρά για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος θα παραθέσουμε σε ψηφιοποιημένη έκδοση τις φωτογραφίες του εγχειριδίου που διέρρευσαν το 2014. Το εγχειρίδιο είναι ουσιαστικά μία μετάφραση του αντίστοιχου εγγράφου της αμερικανικής CIA (Central Intelligence Agency, Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών) χωρίς πολλές διαφορές. Παρακάτω βλέπετε τις σελίδες που διέρρευσαν, και ακριβώς από κάτω ακολουθεί η ψηφιοποιημένη έκδοση τους από τη σελίδα μας ώστε να είναι πιο ευανάγνωστo. Καθώς η διαρροή αφορούσε το χειρισμό πρακτόρων, σας προτείνουμε να μελετήσετε το άρθρο μας «Κατασκοπεία: Διαφορά πράκτορα και κατασκόπου» εάν δε γνωρίζετε τη διαφορά ανάμεσα σε κατάσκοπο και πράκτορα, διότι στη παρακάτω διαρροή αυτό θεωρείται αυτονόητο.
Πηγή: GreekAmericanNewsAgency.blogspot.com
ΜΕΡΟΣ Χ
ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΟΣ
1. Κατεύθυνσις και έλεγχος.
    Όλαι αι μετά του πράκτορος ή υποψηφίου πράκτορος δοσοληψίαι έναν και μόνον σκοπόν έχουν: Την προώθησιν της μυστικής δράσεως. Το ορθόν της σκέψεως αυτής και της ανάγκης εφαρμογής της δύναται τις να αντιληφθή, όταν αναλογισθή το πιθανόν αποτελέσμα το οποίον δύναται να έχη η παράβασις της ως άνω αρχής, επί της ασφαλείας και αποτελεσματικότητος της όλης επιχειρήσεως. Αι πολύ συχναί επαφαί αυξάνουν τον κίνδυνον αποκαλύψεως εκ μέρους της Αντικατασκοπείας και τίθεται εις κίνδυνον η στεγανότης της επιχειρήσεως. Μειωμένη απόδοσις επίσης προκύπτει οσάκις ο Αξ/κος Υποθέσεως «ερωτεύεται» την πράκτορα, με αποτέλεσμα να μην δύναται να εξασκηθή καθοδήγησις και έλεγχος της πράκτορος. Αντιθέτως λίαν περιωρισμένος αριθμός επαφών ενδέχεται να οδηγήση εις μείωσιν του ηθικού και χαλάρωσιν του ελέγχου.
    Επειδή οι πράκτορες αποτελούν τους σπουδαιότερους παράγοντας μιας μυστικής οργανώσεως, δέον όπως τυγχάνουν τοιούτου χειρισμού ώστε να γίνηται αποτελεσματικωτέρα χρήσις των ικανοτήτων αυτών.  Συνήθως, υπεύθυνος δια τον χειρισμόν των πρακτόρων είναι ο Αξ/κός Υποθέσεως. Εν τούτοις εις εν πολύπλοκον δίκτυον, είναι δυνατόν να ανατεθούν ωρισμένα καθήκοντα χειρισμού εις έτερον πράκτορα (
Αρχηγόν δικτύου ή έτερον μέλος του δικτύου). Ανεξαρτήτως από ποιον κατευθύνεται, έκαστος πράκτωρ δέον όπως τυγχάνη του αρμόζοντος χειρισμού ως ατόμου. Ο «χειριστής» του πρέπει να γνωρίζη τον πράκτορα τελείως, να γνωρίζη τον χαρακτήρα του, τας αδυναμίας του, την αποστολήν του κλπ.  Επιπροσθέτως πρέπει να γνωρίζη τι δύναται και τι δεν δύναται να πράξη ούτος. Ο χειρισμός ενός πράκτορος είναι συνάρτησις των σχέσεων αίτινες υφίστανται μεταξύ Αξ/κου Υποθέσεως και πράκτορος. Ενώ από ιδανικής πλευράς, αι σχέσεις των θα πρέπει να είναι φιλικαί και τοιαύται αμοιβαίας εμπιστοσύνης εν τούτοις, ο Αξ/κός Υποθέσεως οφείλει πάντοτε να κρατά την θέσιν του προϊσταμένου. Το τακτ είναι απαραίτητον, κυρίως οσάκις πρόκειται περί πρακτόρων ανωτάτου επιπέδου. Ουδέποτε όμως ο Αξιωματικός Υποθέσεως χάνει την δυνατότητα ελέγχου και ορθής κρίσεως, αλλ’ οφείλει συνεχώς να σταθμίζη την αξίαν του πράκτορος του αντικειμενικώς, την ασφάλειαν τούτου, την καταλληλότητα του, την προσήλωσιν του και την αποδοτικότητα του.
    Ο Αξ/κός Υποθέσεως, ίνα αποκτήση τον σεβασμόν του πράκτορος του και ίνα διατηρήση τον απαραίτητον επ’αυτού έλεγχον, οφείλει να είναι πλήρως κατηρτισμένος ως όργανον μυστικής δράσεως. Το δικόν του παράδειγμα θα βαρύνη περισσότερον εις την διατήρησιν της ασφαλείας της επιχειρήσεως από ό,τι δήποτε άλλο. Επί πλέον οφείλει να δίδη σαφείς και ακριβείς εντολάς. Οφείλει να εκπληροί τας υποσχέσεις του.  Οφείλει να γνωρίζη –
και να είναι εις θέσιν να θέτη υπό τον έλεγχο του – τας ανθρώπινας ανησυχίας και ελαττώματα, ως είναι π.χ. η νευρική υπερέντασις, η αρρώστεια, η ζήλεια, η δυσαρέσκεια, αι μεταπτώσεις των κινήτρων, αι οικογενειακαί δυσχέρειαι κλπ. άτινα είναι δυνατόν να αναφυούν εις την ιδιωτικήν ζωήν του πράκτορος κατά την διάρκειαν της επιχειρήσεως.
    Μερικοί εκ των τρόπων κατευθύνσεως και ελέγχου του πράκτορος τους οποίους δύναται να χρησιμοποιήση ο Αξ/κός Υποθέσεως, εκτίθενται κατωτέρω:
α. Ηγεσία.
    Η παρουσία ενός προσώπου προικισμένου με τα χαρίσματα του ηγήτορος ως χειριστού του πράκτορος είναι απαραίτητος. Η θέλισις, το θάρρος και η διορατικότης ενός καλού Αξ/κού Υποθέσεως είναι στοιχεία απαραίτητα δια την απόδοσιν των πρακτόρων. Ο καλός Αξ/κος Υποθέσεως έχει πίστιν εις την υπόθεσιν του, τόλμην, επίγνωσιν της σημασίας ην έχει μία συμπαγής οργάνωσις ως και την ικανότητα να επισύρη τον σεβασμόν και την εμπιστοσύνην.
β. Ενεργητικότης.
    Η ενεργητικότης, υπό την μορφήν αναπτύξεως συνεχούς και λελογισμένης δράσεως, βοηθεί τον Αξ/κον Υποθέσεως εις το έργον του της κατευθύνσεως και ελέγχου του πράκτορος, καθ’ όσον αποτελεί στοιχείον δια την παρακίνησιν τούτου και δίδει σκοπόν και αξίαν εις την μεταξύ των συνεργασίαν. Αντιθέτως, η απραξία δημιουργεί εις τον πράκτορα απογοήτευσιν ήτις δύναται να είναι τόσον έντονος ώστε να καταστήση λίαν δύσκολον τον επ’ αυτού έλεγχον υπό του Αξ/κού Υποθέσεως.
    Πάντως, εν ουδεμία περιπτώσει θα πρέπει η ανάγκη αναπτύξεως δράσεως να μην συμβιβάζεται προς τας απαιτήσεις του αντικειμενικού σκοπού.
γ. Προσωπικόν παράδειγμα.
    Όσον μεγαλύτερα είναι η δυσαρέσκεια ενός πράκτορος έναντι του εαυτού του, τόσον μεγαλυτέρα είναι η επιθυμία του να ομοιάζη με τους άλλους. Κατά συνέπειαν είναι πρόθυμος να μιμηθή εκείνους οι οποίοι διαφέρουν από αυτόν και κατά κύριον λόγον τον Αξ/κόν Υποθέσεως όστις τον χειρίζεται.
    Δια τον χειρισμόν και έλεγχον του πράκτορος ο Αξ/κός Υποθέσεως δύναται εις τινας περιπτώσις να βασίζεται και επί διαφόρων άλλων παραγόντων, ως:
α. Υλικαί αμοιβαία. Εις τον πράκτορα δύναται να παρέχηται κανονικός μισθός ή αμοιβή αναλόγως του προσφερομένου έργου, εκτός εάν ούτος αρνηθή αμοιβήν (
ιδεολόγοι). Παν ό,τι δίδεται εις τον πράκτορα πρέπει να είναι ανάλογον με την κατάστασιν του και τον τρόπο της διαβιώσεως του, επειδή η δαπάνη ασυνήθων χρηματικών ποσών θα τον καταστήση ύποπτον. Οϊαδήποτε και αν είναι η συμφωνία η οποία αφορά τας απολαυάς του πράκτορος, αυτή πρέπει να γίνη τελείως κατανοητή εκ μέρους του πράκτορος. Ο Αξ/κός Υποθέσεως οφείλει να εκπληρώνη τας υποχρεώσεις του καταβάλλων προθύμως εις τον πράκτορα τον συμφωνηθέν ποσόν.
β. Ο εξαναγκασμός
κατόπιν εκβιασμού – παρά τα ασθενή του σημεία, εν τούτοις χρησιμοποιείτα εκ μέρους μερικών Υ.Π. και κυρίως των Σοβιετικών, ίνα εξαναγκάσουν εν άτομον να συμμετάσχη εις μίαν μυστικήν δράσιν παρά την θέλησιν του. Κατά παρόμοιον τρόπον δύναται να χρησιμοποιήται ο εκβιασμός και μετά την στρατολόγησιν του πράκτορος, εφ’ όσον ήθελεν ούτω διευκολυνθή ο χειρισμός και έλεγχος του.
γ. Το μίσος κατά κοινού εχθρού συσπειρώνει τους πράκτορας περί τους αρχηγούς των, ενθαρρύνει τούτους εις στιγμάς αδυναμίας και τους παρεμποδίζει από πιθανήν αποσκίρτησιν.
2. Φυσικαί αδυναμίαι.
    Υπάρχουν φυσικαί αδυναμίαι αι οποίαι δύναται να επηρεάσουν αρνητικώς την ασφάλειαν και αποτελεσματικότητα οϊασδήποτε επιχειρήσεως. Ο Αξ/κός Υποθέσεως οφείλει να ελέγχη συνεχώς τον πράκτορα του δια να εξακριβώση εάν έχεη τοιαύτας αδυναμίας και εάν έχη, ποια θα είναι η επίδρασις των επί της διεξαγωγής της επιχειρήσεως.
α. Αδυναμία τηρήσεως του απορρήτου.
    Βασικήν προϋπόθεσιν οϊασδήποτε μυστικής δράσεως αποτελεί το απόρρητον. Οι άνθρωποι όμως, εκ φύσεως, δεν είναι δυνατόν πάντοτε να τηρήσουν το πραγματικώς απόρρητον. Εκ του γεγονότος αυτού πηγάζει η ανάγκη όπως υπογραμμίζηται συνεχώς η σημασία του απορρήτου, του ελέγχου και της αρχής όπως έκαστος γνωρίζει ό,τι τον αφορά. Εν απόρρητον είναι δυνατόν να αποκαλυφθή κατόπιν απροσεξίας ή συζητήσεως, χωρίς να γνωρίζη ο ομιλητής την επιχειρησιακήν του σημασίαν.
β. Ανάγκη αυτοπροβλής.
    Η επιθυμία του πράκτορος όπως αυτοπροβληθή και επισύρη τον έπαινον λόγω μίας επιτυχίας του δύναται να οδηγήση εις την αποκάλυψιν επιχειρησιακών απορρήτων. Ο Αξ/κός Υποθέσεως οφείλει να προλαμβάνη την εκδήλωσιν τοιούτων εκδηλώσεων υπό του πράκτορος.
γ. Υπερέντασις των νεύρων εξ αιτίας της διπλής ζωής.
    Ο πράκτωρ ευρίσκεται αντιμέτωπος του ψυχολογικού προβλήματος του να διάγη διπλήν ζωήν. Ο κίνδυνος της ηθικής καταρρεύσεως είναι μεγάλος. Ο μονήρης βίος –
ακόμη και όταν ζη τις εντός του πλήθους – δημιουργεί εις τον πράκτορα αίσθημα ασφυξίας, επειδή δεν δύναται να εκμυστηρευθή τίποτε εις τους φίλους του ή την οικογένειαν του. Τον καταλαμβάνει ένα αίσθημα απογοητεύσεως και απελπισίας, εκμυστηρευόμενος δε κάτι εις τινα φίλον του, θέτει εν κινδύνω την ασφάλειαν της επιχειρήσεως.
δ. Υπερβολική αυτοπεποίθησις.
    Ο πράκτωρ ενδέχεται να έχη την τάσιν του να υπερεμπιστεύεται τον εαυτόν του και να απλοποιεί άπαντα τα προβλήματα, όπερ τον αναγκάζει να παραμελή τους συνήθεις κανόνας ασφαλείας κατά την διεξαγωγήν της επιχειρήσεως. Ο ευκολώτερος τρόπος δεν είναι πάντοτε και ο ασφαλέστερος δια την διεφαγωγήν μιας μυστικής ενέργειας.
ε. Τάσις προς αδράνειαν.
    Δεν είναι φυσικόν δι’ έναν πράκτορα να ευρίσκεται πάντοτε εκ πλήρει εγρηγόρσει. Δεν του είναι δυνατόν να ελέγχη τον εαυτόν του άνευ διακοπής. Η μονοτονία και ο κάματος της εργασίας, καταπονούν τον πράκτορα μέχρι σημείου ώστε να παραμελή πολλάκις τους κανόνας ασφαλείας και να παρουσιάζη μίαν τάσιν αδρανείας και παθητικότητος.
στ. Απώλεια της αντικειμενικότητος.
    Η αδυναμία αυτή έχει ιδιαίτερον ενδιαφέρον δια τον Αξ/κόν Υποθέσεως, παρουσιάζεται δε οσάκις ούτος «ερωτεύεται την πράκτορα του». Εις την περίπτωσην ταύτην, είναι αδύνατον να εκτιμήση αντικειμενικώς τας υπηρεσίας τας οποίας προσφέρει ο πράκτωρ.
ζ. Επαγγελματική διαφθορά.
    Ενίοτε, ο πράκτωρ είναι δυνατόν να πραγματοποιήση υλικόν κέρδος εις βάρος της μυστικής οργανώσεως. Τούτο, συγκεκριμένως, συμβαίνει οσάκις αι πληροφορίαι τας οποίας λαμβάνει μέσω της μυστικής οργανώσεως, ενδιαφέρουν και άλλας Υ.Π., εκτός της τοιαύτης δια λογαριασμόν της οποίας εργάζεται.  Δύναται ούτος να άχθη εις το συμπέρασμα ότι, δεδομένου έτεραι τινές Υ.Π. συνταυτίζονται ιδεολογικώς προς τας ίδιας αυτού πολιτικάς πεποιθήσεις και εργάζονται προς τον αυτόν σκοπόν, δεν θα ήτο επιλήψιμον εάν παρείχεν τας πληροφορίας του και εις τινας εκ των Υπηρεσιών τούτων. Ο Αξ/κός Υποθέσεως οφείλει συνεπώς να κατατοπίζη απ’ αρχής τον πράκτορα επί του τρόπου ανταλλαγής παρομοίων πληροφοριών, εφ’ όσον λαμβάνει χώραν τοιαύτη ανταλλαγή εις ανώτερον επίπεδον συνδέσμου, αποφευγόμενης ούτω της επιβεβαιώσεως των πληροφοριών δι’ ετέρων ομοειδών πληροφοριών προερχομένων εκ της ιδίας πηγής και προστατευομένου εν ταύτω και του απορρήτου της ταυτότητος του πράκτορος. Ο πράκτωρ πρέπει επίσης να αντιληφθή ότι πάσα εκ μέρους του παράβασις του κανόνος τούτου, θα προκαλέση την άμεσον απομάκρυνσιν του εκ της Υπηρεσίας.
    Ο πράκτωρ εκείνος ο οποίος κυρίως δι’ οικονομικούς ή εγωϊστικούς λόγους εργάζεται δια περισσοτέρας της μίας Υ.Π., χαρακτηρίζεται ως «έμπορος πληροφοριών», συν τω χρόνω δε καθίσταται αναξιόπιστος, αι δε ενδεχομένως πολύτιμοι πληροφορίαι του γίνονται δεκταί με υποψίαν.
    Ο πράκτωρ πρέπει να δοκιμάζηται και ελέγχηται κατά περιόδους ίνα εξακριβούται εάν είναι ειλικρινής εις τα δοσοληψίας του εντός της μυστικής οργανώσεως, επειδή εσημειώθησαν περιπτώσεις αποπείρας ιδιοποιήσεως κονδυλίων και εφοδίων.
    Υπάρχει εισέτι και η περίπτωσις του πράκτορος εκείνου ο οποίος έχει διδαχθή να ψεύδεται κατά τρόπον αποτελεσματικόν προς τον σκοπόν όπως φέρη εις πέρας την μυστικήν του αποστολήν και ο οποίος κατόπιν εκ συνηθείας δεν διστάζει να ψεύδεται και εις τον Αξ/κόν Υποθέσεως του.
η. Εθισμός εις ωρισμένα πρότυπα ενεργείας.
    Από της στιγμής καθ’ ην ένας πράκτωρ εμπλέκεται εις μία επιχείρησιν, έχει την τάσιν να ενεργή βάσει ωρισμένων προτύπων και να αποκτά συνηθείας εκ των οποίων προδίδεται η μυστική του ιδιότης.
Επί παραδείγματι, ο πράκτωρ όστις πάντοτε την αυτήν ώραν και ημέραν αφήνει την σύζυγον του εις έναν κινηματογράφον, είτα δια του αυτού πάντοτε λεωφορείου μεταβαίνει εις το ίδιον μέρος ίνα συναντήση το αυτό άτομον, έχει αναπτύξη εν πρότυπον ενεργείας.
    Επίσης, αι απκτώμεναι υπό του πράκτορος λοιπαί συνήθειαι και το συνομωτικόν ύφος όπερ πιθανόν να τον διακρίνη, προδίδουν τούτον και δυνατόν ευκόλως να επισύρουν την προσοχήν της αντιπάλου Υπηρεσίας.
3. Εκπαίδευση πράκτορος.
    Η εκπαίδευσις ενός πράκτορος, ως και οϊουδήποτε προσώπου το οποίον συμμετέχει εις μυστικάς ενεργείας, απαιτεί μίαν συνεχή προσπάθειαν. Σκοπός της εκπαιδεύσεως του πράκτορος είναι να αποκτήσει ούτος τας γενικάς και ειδικάς εκείνας γνώσεις και ικανότητας αι οποίαι του είναι απαραίτητοι ίνα φέρη εις πέρας οϊανδήποτε αποστολήν του ανατεθή. Η εκπαίδευσις παρέχει εις τον πράκτορα τα μέσα δια να φέρη εις πέρας την αποστολήν του, υπογραμμίζει την σημασίαν της αποστολής του, τονώνει το ηθικόν του και αυξάνει την αυτοπεποίθησιν του.
    Συνήθως την ευθύνην της εκπαιδεύσεως του πράκτορος την φέρει ο Αξ/κός Υποθέσεως και διενεργείται παρ’ αυτού. Τα πλεονεκτήματα άτινα έχει το σύστημα τούτο είναι ότι αι σχέσεις των δύο αυτών ατόμων εξελίσσονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε να αντιλαμβάνεται ο εις τον άλλον και βασικώς να εννούν εκείνο το οποίον προσπαθούν να επιτύχουν. Ο Αξ/κός Υποθέσεως είναι εις θέσιν να δοκιμάζη και εκτιμά την αξίαν του πράκτορος, συνήθως δε το κάλυμμα του πράκτορος τούτου προστατεύεται κατά καλύτερον τρόπον εν συγκρίσει με το κάλυμμα του πράκτορος εκείνου ο οποίος θα εξεπαιδεύετο υπό άλλου προσώπου ή θα μετεκινήτο εις ετέραν περιοχήν εκπαιδεύσεως.
α. Ευθύνη δια την εκπαίδευσιν.
    Βασικώς υπεύθυνος δια την εκπαίδευσιν του πράκτορος είναι το ανώτατον κλιμάκιον, το οποίον οφείλει να καταρτίση όλας εκείνας τας οδηγίας αι οποίαι θα προετοιμάσουν τον πράκτορα δια την συγκεκριμένην του αποστολήν, ως αρχηγού δικτύου, ως ταχυδρόμου, δολιοφθορέως, χειριστού ασυρμάτου κλπ. Ο πράκτωρ δεν πρέπει να επιφορτίζηται με εκπαίδευσιν άσχετον προς την συγκεκριμένην του αποστολήν.
β. Χώρος εκπαιδεύσεως.
    Εις περιπτώσεις καθ’ ας η εν τη πράξει επαίδευσις του πράκτορος δεν κρίνεται κατάλληλος και απαιτείται περισσότερον κανονική και εντατική εκπαίδευσις τότε αυτή πραγματοποιείται εις τινα χώρον εκπαιδεύσεως, ο οποίος δέον να τελή υπό τον έλεγχον του εκπαιδευτού.
Δια την ίδρυσιν ενός τοιούτου εκπαιδευτικού κέντρου απαιτείται:
Στέγασις δια τους πράκτορας και το εκπαιδευτικόν προσωπικόν.
Μέσα Διοικητικής μερίμνης.
Κάλυμμα δια την Υπηρεσίαν ως και δι’ έκαστον άτομον το οποίον συμμετέχει εις την εκπαίδευσιν.
Μέσα αναψυχής.
Προσεκτική κατάστρωσις σχεδίων και προσεκτική διοίκησις, ίνα μην εκτίθενται οι πράκτορες ως εκ της παρουσίας των εις το κέντρον εκπαιδεύσεως ή εκ της συναναστροφής των μετά των άλλων εκπαιδευομένων.
γ. Ατομική και ομαδική εκπαίδευσις.
    Τα πλεονεκτήματα άτινα παρουσιάζει η ατομική εκπαίδευσις είναι τα εξής:
    Αύτη δύναται να προσαρμόζηται προς την ιδιοσυγκρασίαν του πράκτορος.
    Επιτρέπει ακριβέστερον υπολογισμόν της αξίας του πράκτορος.
    Διατηρεί την στεγανότητα.
    Τα κυριώτερα δε μειονεκτήματα τα οποία έχει η εκπαίδευσις αυτή είναι τα εξής:
    Εάν ο εκπαιδευτής δεν είναι συγχρόνως και προϊστάμενος του πράκτορος, είναι ενδεχόμενον να αναπτυχθή δεσμός μεταξύ εκπαιδευτού και πράκτορος με πιθανάς επιβλαβείς επιπτώσεις επί των σχέσεων Αξ/κού Υποθέσεως και πράκτορος.
    Επίδρασις επί του ηθικού του πράκτορος λόγω απομονώσεως.
    Η σπατάλη εκπαιδευτικού προσωπικού.
    Έναντι της ατομικής εκπαιδεύσεως τα πλεονεκτήματα της ομαδικής τοιαύτης είναι ότι ο εκπαιδευτής δύναται δια του τρόπου αυτού να καλλιεργήση καλύτερον το ηθικόν, τα κίνητρα, την αποτελεσματικότητα και το πνεύμα ασφαλείας μεταξύ μιάς ομάδος εκπαιδευομένων η οποία προορίζεται να δράση ως ενιαία μονάς εις επιχειρήσεις δολιοφθορών, ανταρτοπολέμου, κ.λ.π. Τα κυριώτερα μειονεκτήματα άτινα παρουσιάζει η καθ’ ομάδας εκπαίδευσις είναι ότι αυτή εκμηδενίζει την στεγανότητα, καθιστά δυσχερή τον έλεγχον και υπολογισμόν της αξίας ενός εκάστου εκπαιδευομένου, εις ωρισμένας δε περιπτώσεις ασκεί αρνητικήν επίδρασιν επί του ηθικού της ομάδος.
δ. Συστάσεις αφορώσαι την εκπαίδευσιν του πράκτορος.
    Οσάκις τούτο είναι εφικτόν, εκπαιδεύσατε κατ’ άτομον επί τόπου.
    Καταστρώσατε τα προγράμματα εις τρόπον ώστε να ανταποκρίνωνται με τα συγκεκριμένα καθήκοντα και ανατεθείσαν αποστολήν.
    Τηρείτε στεγανότητα.
    Έχετε τον πράκτορα υπό τον έλεγχο σας.
    Υπολογίσατε τας ικανότητας του και τας ελλείψεις του.
    Σημειώσατε τα αποτελέσματα της εκπαιδεύσεως.
4. Προετοιμασία του καλύμματος.
    Νομιμοποίησις του πράκτορος θεωρείται η συνένωσις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος τούτου εις εν λογικόν σύνολον προς τον σκοπόν παρεμποδίσεως της ερεύνης εις βάρος του. Τούτο επιτυγχάνεται δια του κατάλληλου καλύμματος δια την προετοιμασίαν του οποίου υφίσταται τέσσερα (στάδια) ήτοι δημιουργία ιστορία-καλύμματος, η επιλογή καταλλήλων εγγράφων τα οποία θα υποστηρίξουν την ιστορίαν-κάλυμμα, η εμφάνισις και συμπεριφορά του πράκτορος και τα υπ’ αυτού φερόμενα διάφορα μικροαντικείμενα.
α. Ιστορία-κάλυμμα.
    Η ιστορία-κάλυμμα περιλαμβάνει το κάλυμμα (της ιδιότητος και των ενεργειών του πράκτορος) το οποίον θα βοηθήση τον πράκτορα να πλησιάση την περιοχήν-στόχον. Η ιστορία-κάλυμμα πρέπει να ομοιάζη όσον τον δυνατόν περισσότερον με την πραγματικήν ιστορίαν του πράκτορος. Το κάλυμμα πρέπει να περιέχη επαρκείς λεπτομέρειας ίνα γίνηται πιστευτόν, να υποστηρίζηται υπό εγγράφων και να το γνωρίζη από μνήμης ο πράκτωρ κατά τρόπον αλάνθαστον (
όρα ΜΕΡΟΣ VII – ΚΑΛΥΜΜΑ).
β. Έγγραφα.
    Σκοπός των εγγράφων είναι το να αποδεικνύουν την ταυτότητα ενός ατόμου. Το είδος και ο αριθμός των εγγράφων τα οποία απαιτούνται ίνα επικυρωθεί η γνησιότης του καλύμματος του πράκτορος, εξαρτάται εκ της συγκεκριμένης περιοχής και καταστάσεως. Ο ακόλουθος πίναξ εγγράφων θεωρείται ως λίαν περιεκτικός δι’ έναν πράκτορα:
Πιστοποιητικά:                                       Γεννήσεως, βαπτίσεως, γάμου, διαμονής, στρατού, εργασίας κλ.
Άδειαι:                                                      Ταξειδίου, εξασκήσεως επαγγέλματος, οδηγού αυτοκινήτου, χειριστού ασυρμάτου, κυνηγίου, αλιείας κλπ.
Πιστοποιητικά συμμετοχής εις:         Συλλόγους, λέσχας, ενώσεις, επαγγελματικάς οργανώσεις, κλ.
Έτερα:                                                      Κοινωνικών ασφαλίσεων, ιατρικών γνωματεύσεων, δελτία τροφίμων, βιβλία εργασίας, πληρωμών κλπ.
    Τα καλά έγγραφα σημαίνουν καλόν ηθικόν δια τον πράκτορα. Μεγάλην σημασίαν έχει το να γνωρίζη πλήρως το περιεχόμενον των εγγράφων, ως και το πως, πότε και που ελήφθησαν τα έγγραφα ταύτα. Αφ’ ετέρου, ο πράκτωρ, ανεξαρτήτως με το πόσον καλά είναι τα έγγραφα του, οφείλει όσον το δυνατόν περισσότερον να παραμένη μακράν πάσης υποψίας και να αποφεύγη να επιδεικνύη ταύτα άνευ αποχρώντος λόγου.
γ. Εξωτερική εμφάνισις και συμπεριφορά.
    Τα ενδύματα, τα φυσικά χαρακτηριστικά, οι τρόποι, η φωνή και ο τόνος ταύτης, η διάλεκτος κλπ. πρέπει να προσαρμόζωνται με την ιστορίαν-κάλυμμα. Διεπιστώθη περίπτωσις αποκαλύψεως πρακτόρων, διότι δεν έδωσαν την δέουσαν προσοχήν εις μίαν ετικέτταν καθαριστηρίου ενδυμάτων, η οποία δεν εταίριζε με την ιστορίαν-κάλυμμα.
    Τα χρήματα τα οποία χρησιμοποιεί ένας πράκτωρ, πρέπει να είναι αποδεκτά και εις μικρά τραπεζογραμμάτια. Δέον όπως καταβάλητε προσοχή ίνα μη χρησιμοποιώνται τελείως καινουργή, πλαστά ή πεπαλαιωμένα χαρτονομίσματα.
    Τα λοιπά ατομικά αντικείμενα πρέπει να είναι τοιαύτα ώστε να μην επισύρουν υποψίας.
δ. Μικροαντικείμενα.
    Εις ωρισμένα μικροαντικείμενα τα οποία υπάρχουν συνήθως εις τα θυλάκια του πράκτορος δέον όπως συμπεριλαμβάνωνται επιστολαί, φωτογραφίαι, λογαριασμοί κλπ. δια την επικύρωσιν της γνησιότητος της ιστορίας-κάλυμμα.
5. Ενημέρωσις πράκτορος.
    Η ενημέρωσις του πράκτορος συνίσταται εις την παροχήν εις αυτόν πληροφοριών σχετικών με τας πλέον προσφάτους εξελίξεις, αι οποίαι είναι δυνατόν να επηρεάσουν την επιχείρησιν, μίαν γενικήν ανασκόπησιν των επιχειρησιακών στοιχείων, ως και λεπτομερείς οδηγίας σχετικάς με αυτήν ταύτην την αποστολήν του.   Μία ενημέρωσις πρέπει να ακολουθή, ει δυνατόν, τους εξής κανόνας:
α. Αι οδηγίαι δέον όπως είναι προφορικαί μάλλον και ουχί γραπταί, μολονότι τα σημειώματα με συνθηματικήν γραφήν βοηθούν συχνάκις τον πράκτορα.
β. Να περιέχουν ανασκόπησιν των τελευταίων εξελίξεων.
γ. Να είναι λεπτομερείς και πλήρεις.
δ. Να περιέχουν δοκιμαστικάς ενεργείας ίνα εξακριβούται η νοημοσύνη του πράκτορος.
ε. Να υπογραμμίζηται η σημασία της ασφαλείας.
6. Εξέτασις πράκτορος.
    Η εξέτασις ενός πράκτορος αρχίζει ευθύς ως περατωθή η ανατεθείσα εις αυτόν αποστολή, ίνα ληφθούν αι τελευταίαι μη επεξηργασμέναι εισέτι πληροφορίαι και επιχειρησιακαί εξελίξεις και ίνα δοθή η ευκαιρία εις τον πράκτορα «να αποκαλύψη ό,τι ξεύρει». Επίσης κατά τα εξετάσεις αυτάς ο πράκτωρ παρέχει και εξηγήσεις επί προηγουμένων του εκθέσεων, ας υπέβαλεν. Κατά κανόνα το πρόσωπον το οποίον παρέχει τας τελικάς οδηγίας εις τον πράκτορα (ενημέρωσιν), διενεργεί και την εξέτασιν αυτού. Εν πάσει περιπτώσει, η εξέτασις αύτη πρέπει να είναι καλώς προετοιμασμένη ίνα ο διενεργών ταύτην είναι εις θέσιν να αντιλαμβάνεται ποίαι πληροφορίαι παρουσιάζουν ενδιαφέρον δια να υποβάλη τας ορθάς ερωτήσεις. Κατά προτίμησιν η εξέτασις δέον όπως είναι προφορική, μολονότι μία γραπτή έκθεσις (αναφορά) υποβαλλόμενη υπό του πράκτορος προ της πραγματοποιήσεως της εξετάσεως, θα ηδύνατο να αποβή λίαν χρήσιμος δια την προετοιμασίαν του εξεταστού. Συχνάκις οι Αξ/κοί Υποθέσεως, καθ’ ον χρόνον παρέχουν τας τελικάς οδηγίας εις τον πράκτορα, διαπράττουν το εξής σφάλμα: του αναθέτουν πάρα πολλά καθήκοντα, εν συνεχεία δε αφιερώνουν ελάχιστον χρόνον δια την εξέτασιν του. Ο διενεργών την εξέτασιν οφείλει να έχη υπ’ όψιν του τους ακολούθους κανόνας:
α. Να επιτρέπη εις τον πράκτορα να ομιλή ελευθέρως και να μην τον διακόπτη.
β. Να τον εξετάζη λεπτομερώς αναφορικώς με όλας τας φάσεις της δράσεως του.
γ. Να δοκιμάζη το μνημονικόν του πράκτορος, την ακρίβειαν των λεγομένων του κλπ.
δ. Να ολοκληρώνη την εξέτασιν του πράκτορος ει δυνατόν εις μίαν συνάντησιν.
ε. Να εκθειάζη και να αναγνωρίζη το έργον του πράκτορος οσάκις τούτο αξίζει.
στ. Να διοθρώνη ευσχήμως τα λάθη και σφάλματα του πράκτορος.
ζ. Να εξακριβώνη κατά πόσον υπήρξεν αποτελεσματική η προσπάθεια του πράκτορος όπως φέρη εις πέρας την ανατεθείσαν εις αυτόν αποστολήν, και
η. Να εξακριβώνη εάν ο πράκτωρ ετήρησεν τους κανόνας ασφαλείας.
7. Δοκιμασία του πράκτορος.
α. Γενικά.
    Ο πράκτωρ δοκιμάζεται ίνα εξακριβωθή η ικανότης του, η καταλληλότης του, εάν έχη πλήρη επίγνωσιν της ασφαλείας, τα κίνητρα του και εάν υπάρχουν περί αυτού υποψίαι περί διπλού πράκτορος. Κατά την διάρκειαν της εκπαιδεύσεως ο πράκτωρ δοκιμάζεται ίνα διαπιστωθή κατά πόσον αντιλαμβάνεται τας παρεχόμενας εις αυτόν οδηγίας. Κατά την ενημέρωσιν και εξέτασιν δοκιμάζεται η ικανότης τούτου ίνα εξακριβωθή εάν ούτος είναι εις θέσιν να κατανοή και συμμορφούται με τας κατευθυντήριους γραμμάς αίτινες δίδονται εις αυτόν προς εκπλήρωσιν της αποστολής του. Περαιτέρω δοκιμασίαι δύνανται να διενεργηθούν οσάκις:
    Εις πράκτωρ εστρατολογήθη εσχάτως και δεν επέδειξεν την αξίαν του εις τινα επιχείρησιν.
    Εις πράκτωρ ετροποποίησεν το σύνηθες σχέδιον ενεργείας και συμπεριφοράς του.
    Πρόκεται να τροποποιηθή το σχέδιον της επιχειρήσεως.
    Αι δοκιμασίαι δεν αποτελούν πάντοτε το ασφαλές μέσον εκτιμήσεως της αξίας του πράκτορος. Αι δοκιμασίαι απαιτούν χρόνον, υπάρχει δε η πιθανότης μία εξ αυτών να έχη αντίθετα αποτελέσματα και να επιδράση δυσμενώς επί των σχέσεων πράκτορος και Αξ/κου Υποθέσεως. Επίσης δέον όπως έχη τις υπ’ όψιν – οσάκις δοκιμάζη έναν πράκτορα δια τον οποίον υπάρχουν υπόνοιαι ότι είναι διπλούς – ότι κατά πάσαν πιθανότητα ο πράκτωρ θα αναμένη την δοκιμασίαν αυτήν και συνεπώς θα είναι προητοιμασμένος.
    Αι ποικιλίαι των τύπων των δοκιμασιών αι οποίαι είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν είναι σχεδόν απεριόριστοι. Κατωτέρω εκτίθενται ωρισμέναι εξ αυτών.
β. Σύγκρισις πληροφοριών.
    Η δοκιμασία αύτη συνίσταται απλώς εις την σύγκρισιν των πληροφοριών αι οποίαι ελήφθησαν από τον πράκτορα, με τας πληροφορίας αι οποίαι ελήφθησαν από ετέραν πηγήν και αι οποίαι καλύπτουν το θέμα τούτο.
γ. Ειδικαί δοκιμασίαι.
    Υπάρχουν τρία είδη ειδικών δοκιμασιών:
    Δοκιμασία επί φανταστικού στόχου. Ο Αξ/κός Υποθέσεως δίδει εντολήν εις τον πράκτορα όπως του συγκεντρώση πληροφορίας επί ανύπαρκτου στόχου. Εάν ο πράκτωρ υποβάλη έκθεσιν καλύπτουσαν τον ανύπαρκτον στόχον, τότε διενεργείται εκ νέου έρευνα περί της αξιοπιστίας του πράκτορος.
    Δοκιμασία επί γνωστού στόχου. Ο Αξ/κός Υποθέσεως δίδει εντολήν εις τον πράκτορα όπως του υποβάλη έκθεσιν επί ενός γνωστού στόχου περί του οποίου ο Αξ/κός Υποθέσεως έχει ήδη ακριβείς πληροφορίας. Κατόπιν συγκρίνει τας πληροφορίας του πράκτορος με τας πληροφορίας τας οποίας έχει ήδη και τας ελέγχη ίνα εξακριβώση εάν υπάρχουν ανακρίβειαι.
    Δοκιμασία επί επιλεγεισών εκ των προτέρων πληροφοριών. Ο Αξ/κός Υποθέσεως παρέχει εις τον πράκτορα ωρισμένας πληροφορίας ίνα διαπιστώση εάν αι πληροφορίαι αύται θα μεταδοθούν υπό τούτου εις έτερον πρόσωπον. Το είδος αυτό της δοκιμασίας χρησιμοποιείται ευρέως ίνα παγιδεύωνται οι πράκτορες διεισδύσεως.
δ. Παρακολούθησις.
    Πολλαί Υπηρεσίαι Πληροφοριών και μυστικαί οργανώσεις χρησιμοποιούν συχνάκις την φυσικήν και τεχνικήν παρακολούθησιν ως μέσον δοκιμασίας του πράκτορος.
ε. Φανερά δοκιμασία.
    Ο Αξ/κός Υποθέσεως –
ο οποίος έχει εις την διάθεσιν του επιβαρυντικά στοιχεία περί των ενεργειών του πράκτορος – πιθανώς να θελήση να εξακριβώση εάν είναι αληθείς, υποβάλλων ερωτήματα εις τον πράκτορα υπό τύπον ελέγχου. Παρομοία δοκιμασία διενεργείται και προς τον σκοπόν όπως εξακριβωθή η καταλληλότης του πράκτορος και εάν έχη συνείδησιν της ασφαλείας.
στ. Δοκιμασία επί εικονικού στόχου.
    Ο Αξ/κός Υποθέσεως αναθέτει εις τον πράκτορα τον δοκιμαστικόν χειρισμόν μίας ειδικής αποστολής-ασκήσεως. Επίσης δύνανται να χρησιμοποιηθούν και εικονικά προβλήματα και καταστάσεις ίνα δοκιμασθή μία ιστορία-κάλυμμα και ο βαθμός γνώσεων του πράκτορος επί των εγγράφων.
8. Τερματισμός συνεργασίας (λήξις των υποχρεώσεων του πράκτορος).
    Ο τερματισμός της συνεργασίας μετά του πράκτορος πρέπει να μελετάται προ της στρατολογήσεως. Τα πραγματικά προβλήματα της λήξεως των υποχρεώσεων του πράκτορος αυξάνουν αναλόγως με το ποσοστόν των γνώσεων του πράκτορος επί της επιχειρήσεως και του προσωπικού της, την τάσιν την οποίαν παρουσιάζει προς χρησιμοποίησιν των γνώσεων του αυτών εις βάρος της μυστικής υπηρεσίας και τέλος την ηθικήν υποχρέωσιν έναντι του πράκτορος εξ αιτίας τυχούσης ζημίας προξενηθείσης εις αυτόν καθ’ ον χρόνον ειργάζετο δια λογ/σμόν της μυστικής υπηρεσίας.
α. Λόγοι τερματισμού της συνεργασίας.
    Εις πράκτωρ απομακρύνεται από την Υπηρεσίαν δια τους εξής λόγους:
Εξ ακαταλληλότητος.
Διότι δεν δύναται να προσεγγίση τον στόχον τον οποίον του ανέθεσαν.
Διότι η αποστολή του ήχθη εις πέρας.
Διότι ο στόχος δεν παρουσιάζει πλέον ενδιαφέρον εις την υπηρεσίαν.
Διότι ωρισμέναι ενέργειαι του πράκτορος αποτελούν απειλήν δια την ασφάλειαν της όλης επιχειρήσεως, π.χ. ο πράκτωρ αδυνατεί να διαφυλάξη τα απόρρητα, υπάρχει κίνδυνος να συλληφθή επειδή ανεμίχθη εις άλλης φύσεως παρανόμους ενεργείας, επειδή έπαυσεν να είναι προσηλωμένος εις την επιχείρησιν, διότι καταναλίσκει πολλά οινοπνευματώδη ποτά κλπ.
Διότι υπέβαλεν παραίτησιν.
β. Έτεροι τρόποι τερματισμού της συνεργασίας.
    Εις περίπτωσιν καθ’ ην εις πράκτωρ με ικανοποιητικήν απόδοσιν, φέρη εις πέρας την αποστολήν του, η εάν ο στόχος δεν παρουσιάζει πλέον ενδιαφέρον δια την Υπηρεσίαν, μελετάται συνήθως μετά προσοχής το εάν θα εξακολουθήση να χρησιμοποιήται ο πράκτωρ ή όχι υπό άλλην ιδιότητα ή εις άλλην επιχείρησιν. Προ μιάς τοιαυτής αποφάσεως δέον όπως ληφθώσιν σοβαρώς υπ’ όψιν οι εξής παράγοντες:
    Αι συγκεκριμέναι ικανότητες τούτου ως και αι ελλίψεις του υπό το πρίσμα των νέων του καθηκόντων.
Το εάν δικαιολογήται η συνέχισις της συνεργασίας εις νέον τομέα, υπό το πρίσμα της εκτάσεως των πληροφοριών (απορρήτων) τας οποίας γνωρίζει από την λήξασαν επιχείρησιν.
    Ο τερματισμός της συνεργασίας λογικόν είναι όπως συντελείται βαθμηδόν. Εάν ο πράκτωρ θελήση να παρέχη εις το μέλλον πληροφορίας τας οποίας θα μαθαίνη τυχαίως, πρέπει να γίνη συμφωνία επ’ αυτού. Εν τούτοις πάσα συμφωνία αφορώσα την συνέχισιν των μετ’ αυτού επαφών, πρέπει να γίνεται με μεγάλην επιφύλαξιν και να σταθμίζωνται οι κίνδυνοι οι οποίοι απειλούν τον πράκτορα και την Υπηρεσίαν.
γ. Μέθοδοι απομακρύνσεως του πράκτορος.
    Ο πράκτωρ είναι δυνατόν να απομακρυνθή μιας μυστικής οργανώσεως δια:
    Της διακοπής των πάσης φύσεως επαφών εκ μέρους του πράκτορος μετά της Υπηρεσίας. Ο πράκτωρ παραμένει εις την αυτήν περιοχήν.
    Της επανεγκαταστάσεως του πράκτορος εις νέαν πόλιν ή τοποθεσίαν της αυτής περιοχής.
    Της μεταναστεύσεως και εγκαταστάσεως του πράκτορος εις τινα μακρυνήν χώραν.
    Της προσωρινής απομακρύνσεως του πράκτορος εκ της περιοχής.
δ. Υποδείξεις αφορώσαι τον κατάλληλον χειρισμόν του πράκτορος προς διευκόλυσιν της απολύσεως του.
    Εις πράκτωρ είναι δυνατόν να απομακρυνθή εκ της οργανώσεως ευχερέστερον, εάν ο Αξ/κός Υποθέσεως έχη:
    Τηρήσει στεγανότητα έναντι του πράκτορος και δεν έχει μεταδώσει εις τούτον πληροφορίας αι οποίαι θα ήτο δυνατόν να χρησιμοποιηθώσιν εις βάρος της οργανώσεως μετά την απομάκρυνσιν του.
    Υπογράφει μετά του πράκτορος συμφωνίαν, εις ην γίνεται λόγος περί των συγκεκριμένων συνθηκών της εργασίας του ή της υπηρεσίας του.
    Κρατήσει υπό σημείωσιν όλας τας προφορικάς και γραπτάς υποχρεώσεις του έναντι του πράκτορος.
ε. Τηρούμενα στοιχεία (Αρχείον) σχετικά με την απόλυσιν του πράκτορος.
    Υπό της Υπηρεσίας κρατούνται στοιχεία σχετικά με τον πράκτορα περιλαμβάνοντα τας ακολούθους πληροφορίας:
Το συνθηματικόν όνομα ή ψευδώνυμον του πράκτορος.
Το όνομα του διενεργήσαντος της στρατολόγησιν και το όνομα του απολύσαντος τον πράκτορα.
Τους λόγους της απολύσεως του πράκτορος.
Αι ενέργειαι, το προσωπικόν και τα μέσα τα οποία είναι γνωστά εις τον απολυθέντα πράκτορα.
Τας επαγγελματικάς ικανότητας (συμπεριλαμβανομένης και της εκπαιδεύσεως) του πράκτορος.
Την χρονικήν περίοδον καθ’ ην υπηρέτησεν ο πράκτωρ.
Την αποδοτικότητα του πράκτορος, υπολογισμόν της αξίας των προσφερθεισών υπ’ αυτού υπηρεσιών.
Τα σφάλματα και ελαττώματα του πράκτορος.
Ποσόν πληρωμής, εάν υπάρχη και σύνολον των εν γένει αμοιβών.
Την περί ασφαλείας συναίσθησιν του πράκτορος.
Τας προκληθείσας επιχειρησιακάς και οικονομικάς ζημίας.
Την επίδρασιν ην έσχεν επί των συγγενών και γνωστών του η απόλυσις.
Την επίδρασιν ην έσχεν η απόλυσις επί του καλύμματος του πράκτορος, του Αξ/κού Υποθέσεως ή οϊουδήποτε άλλου ατόμου της Υπηρεσίας.
Τον βαθμόν του ελέγχου επί του πράκτορος.
Υλικά τα οποία ευρίσκονται εις την κατοχήν του πράκτορος (ιματισμός, έγγραφα κλπ).
Την στάσιν του πράκτορος έναντι της απολύσεως του
Τας συμφωνίας αι οποίαι έγιναν μετά του πράκτορος αναφορικώς με την απόλυσιν του.
Τας ηθικάς υποχρεώσεις του πράκτορος, εάν υπάρχουν.
Τα ενδεχόμενα να συμβούν μετά την απόλυσιν του πράκτορος.
Τας συστάσεις ως προς μελλοντικήν επαναχρησιμοποίησιν του πράκτορος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου