Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Το πάθος, τα πάθη κι εμείς



του Παντελή Γιαννακόπουλου.-
    Η διαρκής και έντονη επιθυμία των συναισθημάτων και εν ταυτώ και του ενστίκτου σε βαθμό που να μην ελέγχει η κρίση τη συμπεριφορά του ατόμου, προκειμένου αυτή να αποφεύγει την υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πάθος, λέξη που παραπέμπει ετυμολογικά στο αμετάβατο ρήμα “πάσχω”, που σημαίνει ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, υφίσταμαι έντονη ψυχική δοκιμασία[1].
     Προφανώς θα περίμενε ο αναγνώστης το πάθος, τα πάθη να περιορίζονται στις υλικές κατά τεκμήριο απολαύσεις, όπως: ο ανικανοποίητος πλουτισμός, η ακόρεστη γαστριμαργία, τα πολυτελή σπίτια, τα ακριβά αυτοκίνητα, ο χρυσός, οι πολύτιμες πέτρες κι ένα σωρό άλλες προσωρινές χαρές που κολακεύουν τη ματαιοδοξία του ανθρώπου. Αλίμονο! Τα πάθη είναι το ίδιο οδυνηρά κι επικίνδυνα και όταν ακόμη αναφέρονται στην αλήθεια, στον έρωτα, την τελειότητα, τη ζωή, την πνευματική ανέλιξη, τη λατρεία του Θεού, εφόσον οι…“απαιτήσεις” τους δεν έχουν τελειωμό
    Φυσικά η συστηματικά έντονη και επίμονη ερωτοτροπία με ό,τι κολακεύει την καινοδοξία μας και παραλύει τη σοβαρότητά μας, ο διακαής πόθος για επιτυχία και διάκριση, ο υπέρμετρος ενθουσιασμός και ζήλος όταν ξεπερνούν το ευ ενεργείν και το ευ αγωνίζεσθαι, η εκρηκτική συναισθηματική φόρτιση και πιο συγκεκριμένα: η εμπάθεια, η άκρατη φιληδονία, το αβυσσαλέο μίσος κ.λπ. χαρακτηρίζουν ή αποτελούν μορφές του πάθους, που αποτυπώνονται με τα πλέον μελανά χρώματα στη συνείδηση του ανθρώπου και προσβάλλουν εν τέλει τις ζωτικές λειτουργίες του.
    Τα πάθη είναι γεννοβολήματα ακραίων συναισθημάτων που τα χαρακτηρίζει η άκρατη επιθυμία και ένα ατέρμων “θέλω”. Ο αθλητής που αγωνιά για την πρωτιά, όπως και ο υποψήφιος για το ΑΣΕΠ σπουδαστής, προετοιμάζονται με πάθος για να κερδίσουν και τους άλλους ενδιαφερόμενους για την ίδια θέση. Οι πολιτικοί με τη σειρά τους, λίγο πριν τις εκλογές, προσέρχονται αγχωμένοι και γεμάτοι ένταση στις στρογγυλές τράπεζες συζητήσεων και τα ξενόφερτα ντιμπέιτ των καναλιών. Κάποιοι κινδυνεύουν να υποστούν “ανεπανόρθωτη βλάβη” προσπαθώντας να ξεπεράσουν τα εσκαμμένα και να ανακηρυχθούν νικητές. Το τίμημα όταν κανείς είναι πλέον έρμαιο μιας άγριας επιθυμίας, ή ενός μεγάλου αναγκαίου έστω κακού, είναι βαρύ.
    Το πάθος για την πολιτική, την εξουσία, καθώς και τα συναφή πολιτικά πάθη, καταδυναστεύουν τον Έλληνα, που ως φαίνεται το έχει στο γονίδιό του να δίνεται ψυχή τε και σώματι στο κάλεσμα για συστράτευση στον αγώνα επικράτησης του κόμματός του κατά την πολιτική αναμέτρηση με τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις. Είθε στο βάθος του πολιτικού ορίζοντα να διέκρινα προβληματισμένους και αγωνιώντες για το αύριο της πατρίδας μας ψηφοφόρους. Δυστυχώς η συντριπτική πλειοψηφία προσβλέπει στην ικανοποίηση προσωπικών ωφελημάτων, παροχών, επιδιώξεων. Και δεν αρκείται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση πιθανόν να υλοποιήσει τις εξαγγελίες της και να καλύψει -ίσως- επαρκώς τις προσδοκίες του.  Επιμένει στην υλοποίηση των δικών του σχεδιασμών, στην ικανοποίηση των δικών του απαιτήσεων και αγωνίζεται ηρωικώς, προκειμένου το δικό του κόμμα να καταλάβει τη θέση του κυβερνώντος. Βλέπετε, το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα όμως… Ανάλογες οι σκέψεις μου και για τους φανατικούς των ομάδων ποδοσφαίρου. Λίγη σύνεση παλληκάρια, λίγη σωφροσύνη, λίγη φρονιμάδα πατριώτες και όλα θα πάνε καλύτερα.
    Στους αρχαίους Έλληνες τα πάθη αντιτίθενται προς το “λόγο”, ενώ ισοδυναμούν προς το “ένστικτο”, προς τις ορμές και τα συναισθήματα[2]. Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.)[3] ορίζει στα Ηθικά Νικομάχεια: «Λέγοντας πάθη εννοώ την επιθυμία, την οργή, τον φόβο, το θάρρος, τον φθόνο, τη χαρά, την αγάπη, το μίσος, τη λαχτάρα, τη ζηλοτυπία, την ευσπλαχνία, γενικά όσα συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια…ούτε οι αρετές, επομένως, ούτε οι κακίες είναι πάθη…», ζητεί δε την αρμονική ρύθμιση και καθοδήγηση των παθών υπό του λόγου. Οι Στωικοί πάλι απαιτούν την εκρίζωση ή απονέκρωση του πάθους, διότι κατ’ αυτούς αποτελεί την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας. Το πάθος κατά τον Καρτέσιο (1596-1650 μ.Χ.) είναι το πνεύμα συνδεδεμένο με τη φύση ή η φύση συνδεδεμένη με το πνεύμα. Ο ίδιος φιλόσοφος στο έργο του Μεταφυσικοί Διαλογισμοί τονίζει ότι το πάθος είναι το πιο κοντινό στον άνθρωπο και συγχρόνως αυτό που είναι το πιο σκοτεινό και τον εξουσιάζει. Κατά τον Καντ (1724-1804 μ.Χ.), το πάθος εμποδίζει την επίδραση της λογικής πάνω στη συμπεριφορά. Ο Χέγκελ (1770-1841 μ.Χ.) υποστηρίζει ότι τίποτε το μεγάλο δεν έγινε ποτέ, ούτε θα μπορέσει να γίνει χωρίς πάθος. Κατά τον Κίρκεγκωρ (1813-1855 μ.Χ.) είναι αδύνατο να υπάρχουμε χωρίς πάθος, όχι γιατί κάθε πράξη προϋποθέτει ένα πάθος, αλλά γιατί μόνο αυτό μπορεί να επιτρέψει στον άνθρωπο να υπάρξει σε όλη του την πληρότητα∙ να διαπεράσει δηλαδή την ύπαρξή του μέσω της συνείδησης.
    Τα πάθη γεννώνται καταρχάς εκ της συχνής και μακροχρόνιας ικανοποίησης μιας επιθυμίας∙ όταν δηλαδή μια επαναλαμβανόμενη πράξη διολισθήσει σε ισχυρότατη έξη. Γεννώνται όμως και από τη μη ικανοποίηση της επιθυμίας. Άλλη αιτία γένεσης πάθους είναι η καταπίεση μιας ορμής, ιδίως της γενετήσιας, οπότε πολλές φορές το ανικανοποίητο πάθος, δυνατό να προκαλέσει τη γένεση άλλου[4].
    Κατά την προσωπική μας άποψη τα πάθη εκλύουν τεράστιες καταστροφικές ή ζωογόνες δυνατότητες.  Εξαρτάται από τη βουλητική ικανότητα του ανθρώπου να τα τιθασεύσει, εφόσον κρίνει ότι αυτά… παρεκτρέπονται. Όταν το κύριο πάθος κάθε έλλογου όντος ζευγνύεται με τα δευτερεύοντα, δημιουργώνται δίκην αλυσιδωτής αντίδρασης πολλαπλάσια δευτερογενή προϊόντα με ολέθρια για τον άνθρωπο αποτελέσματα.
    Όταν συμπλέει ή κατά κάποια έννοια ταυτίζεται με τη σκληρή δουλειά, την επιμονή, την πίστη, το πείσμα, συμβάλλει ουσιωδώς στην επίτευξη θαυμαστών έργων, καθώς και μεγαλόπρεπων και ηρωικών πράξεων. Στην περίπτωση αυτή το πάθος λειτουργεί ως ισχυρή ψυχική ορμή, η οποία είναι μεν συναισθηματικής μορφής και κατά βάση άλογος, κατευθύνεται όμως προς ιδανικούς ή αξιολογικούς στόχους.
    Ο ελληνικός λαός χρησιμοποιεί κατά κόρον τη λέξη και στον ενικό και στον πληθυντικό. Ακούμε συχνά «τραβώ των παθών μου τον τάραχο», «βιώνει τα πάθη του λιναριού», «δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει τα πάθη του», «πέρασε τα πάθη της Νιόβης», «είναι παθιασμένος με τη δουλειά του», «χρόνιο πάθος», «τραγουδάει με πάθος» κ.ά. Και ακόμη, η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία αποδίδει τη σταυρική θυσία του Σωτήρος Χριστού με φράσεις όπως: «Άγια Πάθη», «Άχραντα Πάθη», «Σεπτά Πάθη», «Τα Πάθη του Χριστού».
    Εκ των ανωτέρω γίνεται σαφές ότι ο όρος “πάθος” χρησιμοποιείται με έννοια φιλοσοφική, ηθική και ψυχολογική. Με την ηθική παθολογία ασχολήθηκε ιδιαιτέρως η πατερική θεολογία και μάλιστα η ασκητική και η νηπτική[5], η οποία παρακολούθησε με πραγματική ψυχαναλυτική διεισδυτικότητα τη γένεση και ανάπτυξη των παθών και υπέδειξε τρόπους ηθικής θεραπείας. Της θεραπευτικής αυτής αγωγής προηγείται πάντοτε η ταπεινοφροσύνη και η θεία χάρη.
    Σε κάθε περίπτωση τα πάθη διαδραματίζουν έναν πολυσήμαντο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου και θα αποτελούσε εσφαλμένη εκτίμηση, να υποτιμήσουμε την τεράστια συμβολή τους στην ανέλιξη της ανθρωπότητας. Οι σχετικοί με τα πάθη αφορισμοί είναι πολλοί και ποικίλουν. Ομοίως και τα εφυολογήματα.  Η σημασιολογική τους επάρκεια αποτελεί συνάρτηση της σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται ο όρος και της εντύπωσης που επιχειρείται να προκληθεί σε μια μερίδα ανθρώπων. Έτσι ο Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900 μ.Χ.) φέρεται να είπε: «Η μόνη διαφορά μεταξύ ενός καπρίτσιου κι ενός πάθους ζωής είναι ότι το καπρίτσιο κρατά λίγο περισσότερο». Γερμανικό περιοδικό έγραψε: «Τα πάθη και τα κλεφτοφάναρα μοιάζουν: ρίχνουν φως μόνο σε μια κατεύθυνση, ενώ παντού αλλού βασιλεύει σκοτάδι». Ο νομικός Τιμ. Ηλιόπουλος (1856-1932 μ.Χ.) στο Ποινικό του Δίκαιο όρισε το πάθος ως διαρκή τάση που εδρεύει στην ψυχή του ατόμου και αποβλέπει στην επιτυχία κάποιου σκοπού ή στην απόλαυση κάποιας επιθυμίας.   Πρωτότυπος ο Μ. Γ. Μερακλής (1932- ) αφού γι’ αυτόν: «Το πάθος είναι το μεγαλύτερο αντίδοτο της ομοιομορφίας: αφήνεις το φαινόμενο ή το αντικείμενο όμοιο και δεν το αλλάζεις, αλλά αλλάζεις εσύ, ξαναζώντας παρθενικά και δυνατά, σα να είσαι ο πρώτος και ο τελευταίος, το μυστήριο της ζωής».
    Με εντυπωσίασε αυτό που διάβασα κάπου -δε θυμάμαι ακριβώς που- ότι: «πάθος για τη ζωή σημαίνει να γνωρίσουμε την αλήθεια που είναι η προϋπόθεση της ελευθερίας».
___________________________________________
[1] Μπαμπινιώτη, Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ Έκδοση, Αθήνα, 2002, σ. 1355
[2] Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, 1966, τ. 9, σ. 1037
[3] Λυπουρλής, Δ. (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια), Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, εκδ. ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2006, βιβλία Α’-Δ’, σ. 258
[4] Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν “Ηλίου”, Αθήναι, 1978, τ. ΙΖ, σ. 431
[5] Νηπτική Θεολογία: μυστική τάση της ορθόδοξης θεολογίας, σύμφωνα με την οποία η κοινωνία με το Θεό επιτυγχάνεται με τη διαρκή προσευχή, την πνευματική εγρήγορση, τη συνεχή άσκηση, την ειλικρινή μετάνοια και τη συνεχή νήψη (= κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης που σχετίζεται με τη νηφαλιότητα και τη σωφροσύνη). Μπαμπινώτη, Γ., … , ό.π., σ. 1182-3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου