Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (1/9/1821)
Το έστειλε ο Βασίλης Ναζλής
http://www.e-istoria.com
http://www.e-istoria.com
Σόφης Ν. Παπαδημητρίου
Η ευημερία του νησιού που παρατηρήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα διακόπηκε απότομα το 1821, όταν οι Σαμοθρακίτες ξεσηκώθηκαν και αυτοί για ν’ απαλλαγούν από τον Τούρκο κατακτητή.
Μερικοί πρόκριτοι της Σαμοθράκης που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία είχαν πληροφορίες ότι σε ορισμένο χρόνο θα επαναστατούσε ολόκληρη η Ελλάδα. Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα στην Πελοπόννησο, έπεισαν τους κατοίκους του νησιού να κηρύξουν τον Απρίλιο του 1821, τους εαυτούς τους ελεύθερους και ν’ αρνηθούν να πληρώσουν τους οφειλόμενους στους Τούρκους φόρους. Συγχρόνως ένας Σαμιώτης που βρισκόταν στο νησί, άρχισε να γυμνάζει μερικούς Σαμοθρακίτες και να τους μαθαίνει σκοποβολή.
Η Τουρκική Κυβέρνηση, απασχολούμενη μ’ άλλα προβλήματα του κράτους, στην αρχή δεν πήρε κανένα μέτρο εναντίον του νησιού. Σε μερικούς μήνες όμως ο τουρκικός στόλος βγήκε από τον Ελλήσποντο και την 1η Σεπτεμβρίου αποβίβασε στο νησί χίλιους, ή σύμφωνα με άλλες πληροφορίες δύο χιλιάδες άνδρες, για να καταστείλουν την ανταρσία. Η καταστροφή που επακολούθησε ήταν ολοκληρωτική. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν τα πάντα, έκαψαν τα σπίτια, πήραν όλα τα ζώα, και από τους κατοίκους, όσοι δεν πρόφτασαν να φύγουν προς τα βουνά ή από τη θάλασσα για να γλιτώσουν, άλλους τους έσφαξαν κι άλλους, τους νεώτερους κυρίως, τους έφεραν στην Κωνσταντινούπολη για να πουληθούν για σκλάβοι, Ενώ δώδεκα τους κρέμασαν στα κατάρτια των πλοίων για εκφοβισμό των υπόλοιπων. Ο Άγγλος ιστορικός G. FINLAY γράφει χαρακτηριστικά: “Ήταν αδύνατο να υποθέσει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν διαπράξει κάποιο έγκλημα που ν’ αξίζει μια τόσο σκληρή τιμωρία”. Αντίθετα ο Τούρκος ιστορικός Αχμέτ Δζεβέτ πασάς γράφει ότι ο στρατιωτικός διοικητής των Δαρδανελλίων έστειλε στη Σαμοθράκη μια μικρή στρατιωτική δύναμη για να καταστείλει την επανάσταση και ύστερα από συμπλοκή με τους κατοίκους, τους νίκησαν.
Ένα δραματικό επεισόδιο μετά την απόβαση των εχθρικών στρατευμάτων στο νησί περιγράφεται στην αφήγηση μιας νέας γυναίκας από τη Σαμοθράκη. Παραθέτονται παρακάτω μερικά αποσπάσματα.
Η ευημερία του νησιού που παρατηρήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα διακόπηκε απότομα το 1821, όταν οι Σαμοθρακίτες ξεσηκώθηκαν και αυτοί για ν’ απαλλαγούν από τον Τούρκο κατακτητή.
Μερικοί πρόκριτοι της Σαμοθράκης που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία είχαν πληροφορίες ότι σε ορισμένο χρόνο θα επαναστατούσε ολόκληρη η Ελλάδα. Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα στην Πελοπόννησο, έπεισαν τους κατοίκους του νησιού να κηρύξουν τον Απρίλιο του 1821, τους εαυτούς τους ελεύθερους και ν’ αρνηθούν να πληρώσουν τους οφειλόμενους στους Τούρκους φόρους. Συγχρόνως ένας Σαμιώτης που βρισκόταν στο νησί, άρχισε να γυμνάζει μερικούς Σαμοθρακίτες και να τους μαθαίνει σκοποβολή.
Η Τουρκική Κυβέρνηση, απασχολούμενη μ’ άλλα προβλήματα του κράτους, στην αρχή δεν πήρε κανένα μέτρο εναντίον του νησιού. Σε μερικούς μήνες όμως ο τουρκικός στόλος βγήκε από τον Ελλήσποντο και την 1η Σεπτεμβρίου αποβίβασε στο νησί χίλιους, ή σύμφωνα με άλλες πληροφορίες δύο χιλιάδες άνδρες, για να καταστείλουν την ανταρσία. Η καταστροφή που επακολούθησε ήταν ολοκληρωτική. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν τα πάντα, έκαψαν τα σπίτια, πήραν όλα τα ζώα, και από τους κατοίκους, όσοι δεν πρόφτασαν να φύγουν προς τα βουνά ή από τη θάλασσα για να γλιτώσουν, άλλους τους έσφαξαν κι άλλους, τους νεώτερους κυρίως, τους έφεραν στην Κωνσταντινούπολη για να πουληθούν για σκλάβοι, Ενώ δώδεκα τους κρέμασαν στα κατάρτια των πλοίων για εκφοβισμό των υπόλοιπων. Ο Άγγλος ιστορικός G. FINLAY γράφει χαρακτηριστικά: “Ήταν αδύνατο να υποθέσει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν διαπράξει κάποιο έγκλημα που ν’ αξίζει μια τόσο σκληρή τιμωρία”. Αντίθετα ο Τούρκος ιστορικός Αχμέτ Δζεβέτ πασάς γράφει ότι ο στρατιωτικός διοικητής των Δαρδανελλίων έστειλε στη Σαμοθράκη μια μικρή στρατιωτική δύναμη για να καταστείλει την επανάσταση και ύστερα από συμπλοκή με τους κατοίκους, τους νίκησαν.
Ένα δραματικό επεισόδιο μετά την απόβαση των εχθρικών στρατευμάτων στο νησί περιγράφεται στην αφήγηση μιας νέας γυναίκας από τη Σαμοθράκη. Παραθέτονται παρακάτω μερικά αποσπάσματα.
“Οι κάτοικοι
της Σαμοθράκης ζούσαν ως επί το πλείστον ποιμενική ζωή. Ανάμεσα σ’ αυτούς
ζούσαν και μερικές πλούσιες οικογένειες. Είχαν καταφύγει εκεί από άλλα μέρη
αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση αφού Είχαν ξεπουλήσει προηγουμένως όλα τα
πολύτιμα υπάρχοντά τους.
Από μια τέτοια οικογένεια ήμουν κι εγώ... Η αδελφή μου
Κωνσταντία ήταν πολύ όμορφη με
πολλούς θαυμαστές. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Θεόφιλος, γιος ενός πλούσιου βοσκού. Κανείς δεν ήταν πιο γρήγορος
στο τρέξιμο, πιο καλός σκοπευτής και πιο σπουδαίος κιθαρίστας από τον Θεόφιλο.. Την Κωνσταντία όμως την ήθελε κι ο γιός του Τούρκου καδή, ο Μεχμέτ, αλλά αυτή με επιμονή αρνιόταν τις προτάσεις
του... Δυστυχώς όμως κάποια μέρα ο καπιτάν πασάς έπλευσε με το στόλο του για να
υποτάξει το νησί. Τα άγρια στρατεύματά του έσφαξαν όλους σχεδόν τους κατοίκους
όσους δεν πρόφτασαν να κρυφτούν. Ο Μεχμέτ ο ίδιος επικεφαλής ενός στίφους ψάχνει να βρει τον
αντίζηλό του το Θεόφιλο που είχε καταφύγει μαζί
με τον πατέρα του στο σπίτι μας για να μας προστατέψουν... Ύστερα από σκληρή
μάχη κι αφού ο Θεόφιλος κατάφερε να εξοντώσει
πολλούς Τούρκους τελικά βρήκε και ο ίδιος το θάνατο μπροστά στα μάτια μας από
το χέρι του Μεχμέτ, παρά τις ικεσίες της Κωνσταντίας να τον λυπηθεί. Η Κωνσταντία αμέσως εκεί μπροστά μας αυτοκτόνησε
βυθίζοντας ένα μαχαίρι στο στήθος της’’.
Ένα περίπου
χρόνο μετά την καταστροφή, ο Αμερικανός φιλέλληνας που περιέπλεε τις ακτές και
τα νησιά του Αιγαίου, πέρασε από τη Σαμοθράκη. Στο ημερολόγιό του σημειώνει:
“13 Ιουλίου 1822. Πλέαμε ανάμεσα στη
Σαμοθράκη και στις ακτές της Θράκης. Ο άνεμος φυσούσε από το βορρά και την
ανατολή. Προς το μεσημέρι γύρισε νοτιάς κι ο καπετάνιος αποβιβάστηκε στο νησί
κι όταν γύρισε το βράδυ μας γέμισε με αχλάδια και σταφύλια που υπάρχουν στο
νησί σε μεγάλη αφθονία. Κι εμείς πάλι στείλαμε λίγα παξιμάδια για τους φτωχούς
κατοίκους, που σ’ αυτό το τόσο εύφορο νησί δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε.
Κυριακή, 14 Ιουλίου 1822. Άνεμος βορειοανατολικός. Το πρωί ο καπετάνιος αποβιβάστηκε πάλι στο νησί ενώ οι βάρκες ανοίχτηκαν για ψάρεμα. Ο καπετάν Σαχτούρης κι ο Ψαριανός πήγαν ν’ αγκυροβολήσουν κοντά στο [κενό] του νησιού αυτού.
Η Σαμοθράκη δεν έχει μεγάλη έκταση και όταν την πρωτοαντικρύσει κανείς μοιάζει σαν ένα ψηλό βουνό, όταν όμως την πλησιάσει κανείς θα εκπλαγεί από τη ρομαντική ομορφιά της και την ευφορία αυτού του γεμάτου γοητεία μέρους. Οι κοιλάδες μαζί με τις πεδιάδες είναι πολύ πλούσιες και το νησί έχει μεγάλη αφθονία από ελαιόδεντρα, ψάρια και γάργαρα νερά. Οι Τούρκοι έχουν ρημάξει τον τόπο, πήραν όλα τα ζώα από το νησί καθώς και πολλούς κατοίκους και τους πούλησαν για σκλάβους. Το νησί δεν παράγει καλαμπόκι. Οι κάτοικοι χάρηκαν πολύ για την ανταλλαγή ενός καλαθιού παξιμαδιών με φρούτα που τα ξεραίνουν (μήλα κι αχλάδια) και τα χρησιμοποιούν για ψωμί. Έτσι ένα νησί κάτω από την τουρκική τυραννία δεν παράγει αρκετό ψωμί για να θρέψει διακόσιους περίπου φτωχούς Έλληνες, ενώ παλιά που οι κάτοικοι το καλλιεργούσαν και ήταν το αγαπημένο νησί της θεάς Δήμητρας, μπορούσε να θρέψει πολλές χιλιάδες ανθρώπων”.
Κυριακή, 14 Ιουλίου 1822. Άνεμος βορειοανατολικός. Το πρωί ο καπετάνιος αποβιβάστηκε πάλι στο νησί ενώ οι βάρκες ανοίχτηκαν για ψάρεμα. Ο καπετάν Σαχτούρης κι ο Ψαριανός πήγαν ν’ αγκυροβολήσουν κοντά στο [κενό] του νησιού αυτού.
Η Σαμοθράκη δεν έχει μεγάλη έκταση και όταν την πρωτοαντικρύσει κανείς μοιάζει σαν ένα ψηλό βουνό, όταν όμως την πλησιάσει κανείς θα εκπλαγεί από τη ρομαντική ομορφιά της και την ευφορία αυτού του γεμάτου γοητεία μέρους. Οι κοιλάδες μαζί με τις πεδιάδες είναι πολύ πλούσιες και το νησί έχει μεγάλη αφθονία από ελαιόδεντρα, ψάρια και γάργαρα νερά. Οι Τούρκοι έχουν ρημάξει τον τόπο, πήραν όλα τα ζώα από το νησί καθώς και πολλούς κατοίκους και τους πούλησαν για σκλάβους. Το νησί δεν παράγει καλαμπόκι. Οι κάτοικοι χάρηκαν πολύ για την ανταλλαγή ενός καλαθιού παξιμαδιών με φρούτα που τα ξεραίνουν (μήλα κι αχλάδια) και τα χρησιμοποιούν για ψωμί. Έτσι ένα νησί κάτω από την τουρκική τυραννία δεν παράγει αρκετό ψωμί για να θρέψει διακόσιους περίπου φτωχούς Έλληνες, ενώ παλιά που οι κάτοικοι το καλλιεργούσαν και ήταν το αγαπημένο νησί της θεάς Δήμητρας, μπορούσε να θρέψει πολλές χιλιάδες ανθρώπων”.
Τα θλιβερά
γεγονότα περιγράφει και ο POUQEVILLE:
“Η Σαμοθράκη, έδρα των μυστηρίων στα οποία
είχαν μυηθεί ο Ορφέας καθώς και άλλοι ήρωες, έχει διατηρήσει κάτι το
μυστηριώδες ως σήμερα. Οι γυναίκες έχουν τη δύναμη να προλέγουν το μέλλον, αλλά
αντί για ήρωες και βασιλιάδες βλέπουν τώρα να πλησιάζουν στις ακτές Έλληνες
ναυτικοί που έρχονται ν’ αγοράσουν φυλαχτά για να τους έρθουν οι άνεμοι
ευνοϊκοί ή γριές παραμάνες που οι κυράδες τους τις έχουν επιφορτίσει να έρθουν
να πληροφορηθούν αν ένας αγαπημένος εραστής θα μείνει πιστός σ’ αυτές ή αν θα
ξαναγυρίσει σ’ αυτές αφού πρόδωσε πρώτα τους όρκους του. Στο νησί αυτό ζούσαν
τριακόσιες οικογένειες ελληνικές ευχαριστημένες μέσα στις κοιλάδες με τις δροσερές
φυλλωσιές, με τα πρόβατά τους, χωρίς να υποπτεύονται την καταστροφή που σκέπασε
ολόκληρη την Ελλάδα, όταν ξαφνικά αποβιβάστηκαν οι Τούρκοι.
Μέρα πένθους. Η φρίκη κι ο θάνατος απλώνονται σ’ ολόκληρο το νησί. Το χωριό Κάστρο παραδίδεται στις φλόγες, οι Τούρκοι διατρέχουν τις πεδιάδες, ψάχνουν στις κοιλάδες και στα δάση. Οι γυναίκες και τα παιδιά αλυσοδένονται, οι άνδρες αποκεφαλίζονται εκτός από μερικούς, που τους φυλάγουν για να τους κρεμάσουν στα κατάρτια των πλοίων, όταν νικητές θα μπαίνουν στην Κωνσταντινούπολη. Αλυσοδεμένους τους σέρνουν μαζί με τις αθώες οικογένειές τους στα πλοία και τους στιβάζουν μαζί με σωρούς κεφαλιών προορισμένων να κοσμήσουν την πύλη του σεραγιού. Φριχτός φόρος. Οι γυναίκες που ήταν καταδικασμένες να μπουν στα κακόφημα σπίτια (σύμφωνα με το πολεμικό δίκαιο των Μωαμεθανών) κατάφεραν να μετριαστεί η ποινή τους, χάρη στην απληστία των δεσποτών που τις πούλησαν μαζί με τα παιδιά τους στην αγορά του Σουλτανιέ Καλεσί. Ακόμη οι Τούρκοι δεν ξέχασαν να στοιβάξουν σε σωρούς τα κομμένα κεφάλια κάτω από τα παράθυρα του Γάλλου υποπρόξενου”.
Μέρα πένθους. Η φρίκη κι ο θάνατος απλώνονται σ’ ολόκληρο το νησί. Το χωριό Κάστρο παραδίδεται στις φλόγες, οι Τούρκοι διατρέχουν τις πεδιάδες, ψάχνουν στις κοιλάδες και στα δάση. Οι γυναίκες και τα παιδιά αλυσοδένονται, οι άνδρες αποκεφαλίζονται εκτός από μερικούς, που τους φυλάγουν για να τους κρεμάσουν στα κατάρτια των πλοίων, όταν νικητές θα μπαίνουν στην Κωνσταντινούπολη. Αλυσοδεμένους τους σέρνουν μαζί με τις αθώες οικογένειές τους στα πλοία και τους στιβάζουν μαζί με σωρούς κεφαλιών προορισμένων να κοσμήσουν την πύλη του σεραγιού. Φριχτός φόρος. Οι γυναίκες που ήταν καταδικασμένες να μπουν στα κακόφημα σπίτια (σύμφωνα με το πολεμικό δίκαιο των Μωαμεθανών) κατάφεραν να μετριαστεί η ποινή τους, χάρη στην απληστία των δεσποτών που τις πούλησαν μαζί με τα παιδιά τους στην αγορά του Σουλτανιέ Καλεσί. Ακόμη οι Τούρκοι δεν ξέχασαν να στοιβάξουν σε σωρούς τα κομμένα κεφάλια κάτω από τα παράθυρα του Γάλλου υποπρόξενου”.
Αυτά είναι όσα
ξέρουμε για το κίνημα και το τέλος του από γραπτές πηγές. Διάφορες λεπτομέρειες
επίσης μας έχει διασώσει και η προφορική παράδοση. Σύμφωνα λοιπόν με διάφορες
διηγήσεις η αποβίβαση των Τούρκων έγινε στη νοτιοδυτική παραλία του νησιού, στη
θέση Μακριλιές και η πρώτη συμπλοκή έγινε στη
θέση Μύλοι. Οι Έλληνες είχαν πιάσει τα υψώματα
Κούκου και Βρυχού και μόλις εμφανίστηκαν οι
Τούρκοι άρχισαν να πυροβολούν. Οι Τούρκοι στην αρχή σταμάτησαν την επίθεση,
ύστερα όμως ανασυντάχθηκαν και ξαναεπιτέθηκαν με ορμή, και σε λίγο, αφού άλλους
είχαν σκοτώσει και άλλους συλλάβει, έγιναν κύριοι του χωριού. Σκότωσαν πολλά
γυναικόπαιδα, άλλα τα αιχμαλώτισαν, λεηλάτησαν τα σπίτια και τις εκκλησίες από
όπου πήραν και κράτησαν για τον εαυτό τους τα πιο πολύτιμα αντικείμενα ενώ όσα
βιβλία ή έγγραφα έπεσαν στα χέρια τους τα έσκισαν ή τα έκαψαν. Το Ευαγγέλιο της εκκλησίας, ένας στρατιώτης το τρύπησε πέρα
ως πέρα με τη λόγχη του. Το Ευαγγέλιο
αυτό ο Ίων Δραγούμης το βρήκε στη βιβλιοθήκη του Νικ. Φαρδύ
και το έστειλε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
όπου φυλάγεται ως σήμερα σαν εθνικό
κειμήλιο.Εφτακόσιους από τους κατοίκους που είχαν καταφύγει στα βουνά, οι Τούρκοι με δόλο και με τη βοήθεια ενός προδότη, του Κυριάκου, που οι Τούρκοι επονόμασαν Τσαούση, τους έφεραν πίσω και τους έσφαξαν στη θέση Εφκά, κάτω από το βυζαντινό φρούριο. Από την εποχή της καταστροφής σώζεται η τοπική παροιμία “Δεν είμαι από τους εφτακόσιους” που σημαίνει “δεν ξεγελιέμαι εύκολα”.
Η πρώτη Σεπτεμβρίου 1821 ονομάζεται από τους Σαμοθρακίτες “ημέρα του χαλασμού” και ανάμνηση της τραγικής αυτής μέρας είναι το τετράστιχο:
Σήμερα είναι Τρίτη και πρωτοσταυρινιά
(δηλ. πρώτη Σεπτεμβρίου)
Όπου μας εχάλασαν οι Τούρκοι, τα σκυλιά
Που παίρναν τα κεφάλια κι αφήναν τα κορμιά
Γεμίσαν τα σοκάκια και όλα τα στενά.
Υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή που διασώζει ο Ίων Δραγούμης στο χειρόγραφο του έργου του “Σαμοθράκη”, στη σελίδα 8.
Σήμερα είναι σκόλη, η πρωτοσταυρινιά
Πούρθαν και μας χαλάσαν οι Τούρκοι τα σκυλιά
Που παίρναν τα κεφάλια κι αφήναν τα κορμιά
Στην Πόλη τα πηγαίναν στον Καπετάν Πασά
Που τσ’ έδινε μπαξίσι από δώδεκα φλουριά
Τις προφορικές αυτές παραδόσεις κατέγραψε ο Ίων Δραγούμης σε ένα “σημείωμα” όπως το ονομάζει ο ίδιος στο βιβλίο του “Σαμοθράκη”, που σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και που δημοσιεύεται στο Παράρτημα. Περιγραφή της σφαγής δημοσίευσε και ο Νικ. Φαρδύς στην εφημερίδα “Απόλλων” το 1886. Η εφημερίδα αυτή είναι αρκετά σπάνια, για το λόγο αυτό η αφήγηση του Φαρδύ περιλαμβάνεται και αυτή στο Παράρτημα.
Σχετικό με τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων κατά το 1821 είναι και το επεισόδιο των πέντε μαρτύρων της Σαμοθράκης. Πέντε από τους αιχμαλώτους που οι Τούρκοι έφεραν στην Κωνσταντινούπολη και είχαν ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό, αρκετά χρόνια αργότερα, το 1837, γύρισαν στο νησί και έγιναν πάλι χριστιανοί. Γι’ αυτό οι Τούρκοι τους βασάνισαν και τους θανάτωσαν στη Μάκρη. Η μνήμη τους γιορτάζεται στη Σαμοθράκη στη Μάκρη και στο Άγιο Όρος την Κυριακή του Θωμά και ένας μοναχός, ο Ιάκωβος, τους έγραψε ακολουθία που ψάλλεται τη μέρα εκείνη. Ο Ίων Δραγούμης σημειώνει στο χειρόγραφο για τη Σαμοθράκη:
Εκκλησία στο
Λάκωμα δεν είναι, μονάχα ένα παρεκκλήσι μισογκρεμισμένο΄ μερικά κεριά έκαιγαν
μπροστά σε κάποια κονίσματα. Είδα εκεί, δεξιά, την εικόνα των πέντε νεομαρτύρων
της Σαμοθράκης, με φουστανέλλες και με τα ονόματά τους γραμμένα. Τα ονόματά
τους είναι:
Μανουήλ Παλογούδας Γερο-Εμμανουήλ
Μιχαήλ Κύπριος
Θεόδωρος Δημητρίου Καλάκου
Γεώργιος Κουρούνης
Γεώργιος...
Στη χώρα μ’ έδειξαν (και με την αντέγραψε έπειτα ο δάσκαλος Ρηγόπουλος) την ακολουθία τη χειρόγραφη που την ψέλνουν στη Σαμοθράκη, στη Μάκρη και στο Άγιο Όρος για τη μνήμη των 5 νεομαρτύρων. “Ακολουθία των εκ Σαμοθράκης εις Μάκρην της Θράκης μαρτυρησάντων πέντε μαρτύρων, Μανουήλ, Θεοδώρου, Γεωργίου, Μιχαήλ και Γεωργίου τω 1837 (αωλζ’) ημέρα Δευτέρα. Εγράφη δε και συνετέθη αύτη η ακολουθία τω χιλιοστώ τεσσαροκοστώ τρίτω προτροπή μεν του Κου Ανθίμου επισκόπου Τραϊανουπόλεως, πάνω δε και πολλή σπουδή Ιακώβου μοναχού, 1843”. Το αντίγραφο το έστειλα από το Δεδεαγάτς στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, όπως της έφερα μόνος μου και το Ευαγγέλιο το τρυπημένο από τους Τούρκους. Της έδωσα και ένα σημείωμα για το Κίνημα των Σαμοθρακιτών στα 1821, και ο Φαρδύς έγραψε στον “Απόλλωνα” των 1886 Φύλλων 40-41 (Αυγούστου και Σεπτεμβρίου) για το Κίνημα και τη σφαγή της Σαμοθράκης. Τα κόκκαλα των αγίων νεομαρτύρων ήταν στη Μάκρη — όπου και εμαρτύρησαν — ύστερα τα πήγαν στο Άγιο Όρος και τώρα είναι εδώ, στη Σαμοθράκη.
Μανουήλ Παλογούδας Γερο-Εμμανουήλ
Μιχαήλ Κύπριος
Θεόδωρος Δημητρίου Καλάκου
Γεώργιος Κουρούνης
Γεώργιος...
Στη χώρα μ’ έδειξαν (και με την αντέγραψε έπειτα ο δάσκαλος Ρηγόπουλος) την ακολουθία τη χειρόγραφη που την ψέλνουν στη Σαμοθράκη, στη Μάκρη και στο Άγιο Όρος για τη μνήμη των 5 νεομαρτύρων. “Ακολουθία των εκ Σαμοθράκης εις Μάκρην της Θράκης μαρτυρησάντων πέντε μαρτύρων, Μανουήλ, Θεοδώρου, Γεωργίου, Μιχαήλ και Γεωργίου τω 1837 (αωλζ’) ημέρα Δευτέρα. Εγράφη δε και συνετέθη αύτη η ακολουθία τω χιλιοστώ τεσσαροκοστώ τρίτω προτροπή μεν του Κου Ανθίμου επισκόπου Τραϊανουπόλεως, πάνω δε και πολλή σπουδή Ιακώβου μοναχού, 1843”. Το αντίγραφο το έστειλα από το Δεδεαγάτς στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, όπως της έφερα μόνος μου και το Ευαγγέλιο το τρυπημένο από τους Τούρκους. Της έδωσα και ένα σημείωμα για το Κίνημα των Σαμοθρακιτών στα 1821, και ο Φαρδύς έγραψε στον “Απόλλωνα” των 1886 Φύλλων 40-41 (Αυγούστου και Σεπτεμβρίου) για το Κίνημα και τη σφαγή της Σαμοθράκης. Τα κόκκαλα των αγίων νεομαρτύρων ήταν στη Μάκρη — όπου και εμαρτύρησαν — ύστερα τα πήγαν στο Άγιο Όρος και τώρα είναι εδώ, στη Σαμοθράκη.
Το Χρυσό Μετάλλιο με το
οποίο η Ακαδημία Αθηνών τίμησε τη Σαμοθράκη
στις 23
Μαρτίου 1980, είναι μια τιμητική αναγνώριση της μικρής ίσως σε
μέγεθος, απέναντι στο μεγάλο Αγώνα του ‘21, αλλά υψίστης σε σημασία ουσίας, του νησιού.
*Σημ. 1. Από την ιστορική μελέτη της κ. Σόφης Ν. Παπαδημητρίου υπό τον τίτλο “ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ”, που τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1981 και ύστερα από την ευγενική άδεια της συγγραφέα.
* Πηγή: Ημερολόγιο – Λεύκωμα της Θρακικής Εστίας, Τεύχος πέμπτον, Θεσσαλονίκη 1987-1988.
*Σημ. 1. Από την ιστορική μελέτη της κ. Σόφης Ν. Παπαδημητρίου υπό τον τίτλο “ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ”, που τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1981 και ύστερα από την ευγενική άδεια της συγγραφέα.
* Πηγή: Ημερολόγιο – Λεύκωμα της Θρακικής Εστίας, Τεύχος πέμπτον, Θεσσαλονίκη 1987-1988.



Αυτά να τα βλέπουν οι σύγχρονοι οσφυοκάμπτες και προσκυνημένοι Νενέκοι, οι υπέρμαχοι και αρχιτέκτονες των ήρεμων νερών και υπερήφανοι για την διακήρυξη των Αθηνών.
ΑπάντησηΔιαγραφήΜην ξεχνάτε οι εκλογές πλησιάζουν και κανείς δεν δικαιολογείται ότι παρεσύρθει.
ΑΘΑΝ. Γ. ΒΑΧΟΣ MD
ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟΣ- ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ
ΑπάντησηΔιαγραφή«Ήταν αδύνατο να υποθέσει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι (δηλ. οι Σαμοθρακίτες που σφαγιάστηκαν) είχαν διαπράξει κάποιο έγκλημα που να αξίζει μία τόσο σκληρή τιμωρία».
Φίνλεϊ, Άγγλος ιστορικός, («Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης» - 1861).
«Οι Τούρκοι κατερήμωσαν ασπλάχνως την νήσον ταύτην εν τω υπέρ ανεξαρτησίας αγώνι».
L. Lacroix, Γάλλος ιστορικός (“Iles de la Grece” δηλαδή «Νησιά της Ελλάδας»), (Παρίσι, 1881).
Ήταν το ολόδροσο φως που έπαιζε με το θάλος των φύλλων.
Ήταν τα αγόρια που έκλωθαν τον ιστό της ζωής
με τις κορασιές του όμορφου νησιού
μες στην ειδυλλιακή καλοκαιριάτικη φύση·
αστρολουλουδισμένα δειλινογεννήματα!
Ήταν κι η ιστορία που δεν χωρούσε
στο στένωμα εκείνων των καιρών.
Γιατί το πέπλο της σκλαβιάς μάραινε τη χαρά·
το γιορτάσι του έρωτα και της ζωής·
τα απαλόηχα ακούσματα των παιδιών·
και σκίαζε το παιχνίδι του φωτός στον χλοερό τόπο
με μιαν απόβαθη θλίψη.
Και, με μια αφρόστεφη σκέψη, είπαν μια μέρα
τα παιδιά κι οι μεγαλύτεροι:
-«Φτάνει πια! Το φως πρέπει να απλωθεί!
Ελεύθερο! Παντού! Χωρίς να σκιάζεται
απ’ τις φοβέρες του σκότους».
Και όρθωσαν το ανάστημά τους·
να πιάσουν το φως να το φέρουν μες στις καρδιές τους.
Μα αντί για φως, ήρθε κακό και χαλασμός·
γιατί το χέρι που φυλάκιζε το φως
δεν ήξερε από φως·
δεν ήθελε να ξέρει από φως· δεν του άρεσε το φως.
Κι όταν του το έδινες, πάλι δεν μπόραε να το κρατήσει.
Γιατί το φως, το χέρι που κρατά το άδικο σπαθί, το καίει.
1η Σεπτεμβρίου 1821…
Το άδικο σπαθί με το τούρκικο χέρι που το κρατούσε,
αιώνες τώρα, μόνο να σφάζει ήξερε·
και να αφαιρεί τη ζωή και το γέλιο για πάντα
από τις θαλερές υπάρξεις.
Σφαγές, βιασμοί, κατατρεγμοί.
Ναι, μόνο σφαγές, βία, βιασμοί·
μόνο φωτιά, δηώσεις και καταστροφή.
Χαλασμός του τόπου.
Και έκρουε ολοφυρόμενη τα στήθη της η μέρα·
κι η νύχτα με αναφιλητά κρυβόταν έξω απ’ το σκότος·
να μην το βλέπει· να μην τη βλέπει.
Ο χαλασμός της Σαμοθράκης!
Οδυρμός σωμάτων και ψυχών.
Μολών λαβέ, είπαν οι δημογέροντες,
σαν τους ζητήθηκε να παραδοθούν.
Άμαθοι και ανεκπαίδευτοι αυτοί, σχεδόν άοπλοι.
Όμως το σπαθί του σκότους μάντρωσε
το λίγο φως που πήγε ν’ ανάψει.
Με δόλο και μπαμπεσιά! Έτσι!
Εφτακόσιους κατέσφαξαν, αποκεφαλίζοντάς τους·
αφήνοντας τα κεφάλια να κατρακυλούν στο χαντάκι.
Κι έπειτα, κι’ άλλους, κι άλλους.
Χιλιάδες άνδρες και αγόρια.
Και τις γυναίκες με τα κορίτσια να βιώνουν την κόλαση:
στη βαναυσότητα και στην ατίμωση των βιασμών·
κι έπειτα στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης
και στα χαρέμια των… πολιτισμένων εχθρών!
Και τα σπίτια παρανάλωμα του πυρός.
Κι οι λειμώνες της ανθρωπιάς χερσωμένοι!
Φρίκη και θάνατος απλωμένα πέρα ως πέρα στο νησί.
Και στα κατάρτια των πλοίων κρεμασμένοι οι πρόκριτοι
μαζί με άλλων τις αποκομμένες κεφαλές·
κι η θάλασσα απορούσε στην τόση απανθρωπιά!
Αλλ’ η οδύσσεια του αίματος δεν λέει να τελειώσει.
Για έναν μήνα, συνεχώς: σφαγές, βιασμοί, χαλασμός!
Όμως, ας σιγήσει ο θρήνος και οι ολοφυρμοί·
τι, απ’ αυτή τη γης ποτέ δεν έπαψε να αναβλύζει
ροδόσταμο και αγιασμός αείπνοος:
το άγιο σθένος των κατοίκων της·
ενάντια σε ό,τι φθαρτό και ποταπό.
Να, η Κωνσταντία που στο στρίφωμα της μέρας
προτιμά τον θάνατο από την ατίμωση.
Ωσάν άλλη Σουλιώτισσα, σαν Ναουσαία,
ως Μανιάτισσα, ως Ελληνίδα που ήταν!
Να, και οι πέντε μάρτυρες που όλοι μαζί εκτελούνται
γιατί δεν δείλιασαν και δεν αλλαξοπίστησαν.
Να, οι ήρωες νησιώτες που ανεμίζουν
σημαία το αίμα τους, χυμένο για τη λευτεριά!
Τα οπωροφόρα πουλιά της πατρίδας,
δεν χάνουν ποτέ τον δρόμο τους!
Η ηχώ της Νίκης της Σαμοθράκης
και χίλια ολοκαυτώματα να περάσουν
θα τα οδηγεί να πετούν πάντα ψηλά
στων οριζόντων τη μεταμέλεια
εκεί που, πάλι, με χρόνια, με καιρούς
ο μαρμαρωμένος βασιλιάς
θα οδηγήσει με την καρδιά μεσούρανη
την απαντοχή της θέλησης και της ελπίδας
στον προορισμό της, στην Ανάσταση του γένους!
22/7/2024
Ιωάννης Παναγάκος
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ. ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΤΟΛΜΟΥΝ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΓΙΑ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΠΟΛΙΤΣΑ. ΑΛΛΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΜΕ ΦΟΒΙΚΟ Π/Θ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΘΕΝΕ.ΝΤΡΟΠΗ ΜΑΣ Π/Θ ΓΔΜ
ΑπάντησηΔιαγραφή