Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΙ 134. Το τζιτζίκι και τα μυρμήγκια.



ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΙ
 ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΙ 134. Το τζιτζίκι και τα μυρμήγκια. 
   Μια φορά και ένα καιρό, τα μυρμήγκια δουλεύανε σκληρά το καλοκαίρι μαζεύοντας τροφή, κυρίως σπόρους.
    Το χειμώνα απο την πολλή βροχή η φωλιά τους έμπασε νερό και το αποθηκευμένο σιτάρι τους βράχηκε, τότε το βγάζανε στον ήλιο να στεγνώσει.
    Το είδε ένα τζιτζίκι που θα πέθαινε απο την πείνα, και τους παρακάλεσε:
’Δώστε μου λίγο απο αυτό το βρεγμένο σιτάρι να ζήσω κι εγώ.
    Του απάντησαν:
"Εσύ γιατί δέν μάζευες όταν ήταν η εποχή του θερισμού, για να έχεις τώρα το δικό σου;"
"Α, μή νομίζετε οτι τεμπέλιαζα, εργαζόμουν"
"Τί εργασία έκανες;"
"Τραγουδούσα για να τέρπω τους ανθρώπους που μοχθούσαν στα χωράφια και τους περαστικούς"
 "Αφού τότε τραγουδούσες, τώρα χόρευε!".
Ελεύθερη απόδοση. Ανδρέας Μελεζιάδης
***************************************************************
Έμμετρη απόδοση ( http://100mythoi.blogspot.gr )
Χειμώνας· κι ένας τζίτζικας δεν έχει τι να φάει
κι απ’ τα μυρμήγκια που έχουνε, λίγο φαΐ ζητάει.
« Γιατί δε μάζευες τροφή όλο το καλοκαίρι; »
« Τραγούδαγα, δεν έβρισκα χρόνο για χασομέρι ».
« Αφού το θέρος έπαιζες αυλό να μας μαγεύεις,
από την πείνα ολόκληρο χειμώνα θα χορεύεις!
»
***************************************************************
Τέττιξ καὶ μύρμηκες
    Ψῦχος ἦν καὶ χειμὼν κατ' Ὀλύμπου. Μύρμηξ δὲ πολλὰς συνάξας ἐν ἀμητῷ ἐν ἰδίοις οἴκοις ἀπέθηκε.
    Τέττιξ δὲ ἐπὶ τρώγλης ἐνδύνας ἐξέπνει τῇ πείνῃ λιμῷ κατεχόμενος καὶ ψύχει πολλῷ· ἐδεῖτο οὖν τοῦ μύρμηκος τροφῆς μεταδοῦναι, ὅπως καὶ αὐτὸς πυροῦ τινος γευσάμενος σωθείη.
    Ὁ δὲ μύρμηξ πρὸς αὐτόν·
’Ποῦ, φησίν, ἦς τῷ θέρει; πῶς οὐ συνῆξας τροφὰς ἐν ἀμητῷ;’
    Καὶ ὁ τέττιξ φησί·
‘’ Ηδον καὶ ἔτερπον τοὺς ὁδοιποροῦντας. ‘’
    Ὁ δὲ μύρμηξ γέλωτα πολὺν ‹αὐτῷ› καταχέας ἔφη·
’Οὐκοῦν χειμῶνος ὀρχοῦ.
Ο ΜΥΘΟΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΟΤΙ…
Διδάσκει ἡμᾶς ὁ μῦθος, ὅτι οὐδὲν κρεῖττον τοῦ φροντίζειν τῶν ἀναγκαίων τροφῶν καὶ μὴ ἀπασχολεῖσθαι εἰς τέρψιν καὶ κωμασίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου