Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Οι Γερμανοί εκτελούν την Ελληνίδα ηρωϊδα Λέλα Καραγιάννη. 8 Σεπ 1944.

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Οι Γερμανοί εκτελούν την Ελληνίδα ηρωϊδα Λέλα Καραγιάννη. 8 Σεπ 1944.
Γράφει ο Αντγος ε.α Νικόλαος Φωτιάδης. Επίτιμος Υδκτής Δ’ ΣΣ και τ. Πρόεδρος ΕΑΑΣ Ξάνθης
    Η ηρωίδα της Αντίστασης Λέλα Καραγιάννη γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη Ευβοίας, πρωτότοκος θυγατέρα του Αθανασίου Μηνοπούλου από το Πήλι Ευβοίας και της Σοφίας του Ιωάννου Μπούμπουλη, της οικογενείας Μπούμπουλη των Σπετσών.    
    Παντρεύτηκε το 1916 το φαρμακέμπορο Νικόλαο Καραγιάννη από το Μπουρνόβα της Σμύρνης, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά (Ιωάννα, Γεώργιο, Ηλέκτρα, Βύρωνα, Νέλσωνα, Νεφέλη και Ελένη).
    Η κατάληψη της Ελλάδος από τους Γερμανοϊταλούς επέφερε στη Λέλα Καραγιάννη ψυχική αναστάτωση και μεταμόρφωσε την Ελληνίδα νοικοκυρά σε πρωτεργάτρια της Ελληνικής Εθνικής Αντιστάσεως κατά των κατακτητών. Από την πρώτη ημέρα της κατοχής, βοηθούμενη από μέλη της οικογενείας της, άρχισε το έργο της περισυλλογής και αποκρύψεως Βρετανών Αξιωματικών και οπλιτών. Με την πάροδο του χρόνου, λόγω της πληθώρας των παρουσιαζομένων Βρετανών, η μικρή οικογενειακή ομάδα της Λέλας Καραγιάννη έλαβε τη μορφή τέλειας οργάνωσης. Δημιούργησε τμήμα ανευρέσεως συμμάχων, τμήμα αποδράσεως από το Στρατόπεδο Κοκκινιάς, τμήμα αποκρύψεως και περιθάλψεως, τμήμα επιμελητείας και τροφοδοσίας, τμήμα υγειονομικής περίθαλψης και τμήμα φυγαδεύσεως στη Μέση Ανατολή.
    Η οργάνωση λειτουργούσε με χρηματοδότηση της ίδιας της Λέλας Καραγιάννη, την οποία βοηθούσαν η Νίκη Χωμενίδου, οι αδελφοί Σωτήριος και Ηλίας Παπαβασιλείου, οι οικογένειες Βαρυπάτη, Γκίκα, Διάμεση, η κυρία Σουπίλα, οι γιατροί Παύλος Βακατάτσης και Ι. Σαρακινός και πολλοί άλλοι πατριώτες όπως ο Αλέξανδρος Πάλλης, οι αδελφοί Παπαστράτου, οι κυρίες Ρωσολύμου, Μακρυγιάννη, Σαπουντζόγλου, Καζάζη και άλλες.
    Τον Οκτώβριο του 1941 οι Γερμανοί συνέλαβαν τον γιο της Καραγιάννη Γεώργιο και τις θυγατέρες της Ιωάννα και Ηλέκτρα, μετά όμως από κατάλληλες ενέργειες ελευθερώθηκαν. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά από προδοσία, συνελήφθη από τους Ιταλούς και φυλακίσθηκε μαζί με το σύζυγό της, με την κατηγορία της κατασκοπίας και διευκολύνσεως Άγγλων να φυγαδευθούν. Δικάστηκε μετά από εξάμηνο αλλά ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου Στρατηγός Μαρτορέλι την άφησε ελεύθερη.
    Οι πατριώτες που έγιναν μέλη της οργάνωσης (το συνθηματικό της όνομα ήταν Μπουμπουλίνα) έγιναν περισσότερα από εκατό και συγκέντρωναν πληροφορίες από Ιταλογερμανικές υπηρεσίες, από τα Φρουραρχεία, αστυνομία και μονάδες, σχετικά με κινήσεις του εχθρού, οχυρώσεις, αεροδρόμια, νηοπομπές κλπ.
    Η Λέλα Καραγιάννη, μετά από απερίσκεπτη ενέργεια άλλης οργανώσεως, συνελήφθη πάλι την 11η Ιουλίου 1944 ενώ νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός. Την ίδια νύχτα συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της (Ιωάννα, Ηλέκτρα, Νεφέλη, Βύρων και Νέλσων), ενώ ο σύζυγός της με τα άλλα δύο παιδιά τους (Γεώργιο και Ελένη) διέφυγαν τη σύλληψη. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα κρατητήρια των Ες-Ες της οδού Μέρλιν, όπου υπέστησαν φρικτά μαρτύρια για να προβούν σε ομολογίες και να προδώσουν τους συνεργάτες τους. Όταν οι Γερμανοί της παρουσίασαν το γιο της Νέλσωνα και της δήλωσαν ότι εάν δεν ομολογήσει θα τον εκτελέσουν ενώπιόν της, η Λέλα Καραγιάννη, όχι μόνο δεν ομολόγησε, όχι μόνο δεν εκάμφθη το ηθικό της, αλλά είχε την ψυχική δύναμη και απάντησε: «Ζητείτε από μια Ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της και την Πατρίδα της με την απειλή του τουφεκισμού των παιδιών της. Ε λοιπόν μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούννους και όλη τη Γερμανία σας».
    Το πρωί της 8ης Σεπτεμβρίου 1944 η Λέλα Καραγιάννη μαζί με άλλους πατριώτες οδηγήθηκε στο απόσπασμα για εκτέλεση στο αλσύλιο του Δαφνίου. Λίγο πριν από την εκτέλεσή της, απευθυνόμενη στους άλλους μελλοθανάτους, φώναξε: «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια, να δουν οι Ούννοι πως ξέρουν να πεθαίνουν οι Έλληνες για την Πατρίδα τους».
    Το διάτρητο από τις σφαίρες πτώμα της θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο του Β’ Νεκροταφείου Πατησίων. Στην ηρωίδα Λέλα Καραγιάννη δόθηκαν πολλές τιμητικές διακρίσεις. Η Αγγλική Κυβέρνηση της απένειμε το παράσημο της Βασιλικής Δάφνης, η Ακαδημία Αθηνών το βραβείο αρετής και αυτοθυσίας, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων τον Χρυσό Σταυρό του Παναγίου Τάφου, ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου.
    Αυτή ήταν η ΕΛΛΗΝΙΔΑ Λέλα Καραγιάννη, η γυναίκα που έβαλε σε δεύτερη μοίρα την οικογένειά της και προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα με τη δημιουργία της αντιστασιακής οργάνωσης «Μπουμπουλίνα».
    Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Αττικής γης που την σκεπάζει.


Ναυμαχία των Σπετσών ( 8 – 13 Σεπτεμβρίου 1822 )



Ναυμαχία των Σπετσών ( 8 – 13 Σεπτεμβρίου 1822 )
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
    Η Ναυμαχία των Σπετσών ή της Ναυπλίας που έγινε από τις 8 έως 13 Σεπτεμβρίου 1822 ήταν μια σημαντική σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Η εξέλιξη των γεγονότων
    Ο γέροντας άρχοντας των Σπετσών Χατζηγιάννης Μέξης αποφάσισε να οργανώσει την άμυνα του νησιού για να το υπερασπίσει. Στην απόφασή του αυτή τον ακολούθησαν ο γιος του Νικόλαος, οι γαμβροί του Ιωάννης Γ. Κούτσης, Δημήτριος Λάμπρου (ή Λεωνίδας) και Νικόλαος Λαζάρου, καθώς και 53 ακόμη Σπετσιώτες. Έτσι κάτω από τις διαταγές του Μέξη κατασκευάσθηκαν τρία κανονιοστάσια με πιο ισχυρό εκείνο στην είσοδο του Παλιού Λιμανιού.
    Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 ο οθωμανικός στόλος, προερχόμενος από τη Μονεμβασιά, κίνησε προς ανεφοδιασμό του Παλαμηδίου στο Ναύπλιο, το οποίο πολιορκούσαν από στεριάς δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντου και από θαλάσσης δυνάμεις της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Οι δυνάμεις των Οθωμανών, που αποτελούνταν από 94 πλοία υπό τον ναύαρχο Μεχμέτ Αλί Πασά, φθάνοντας στον κόλπο του Ναυπλίου βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον στόλο των νησιών της Ελλάδος υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη, που αποτελούταν από 50 πλοία περίπου. Ο ναύαρχος του ελληνικού στόλου έδωσε διαταγή να κινηθεί ο στόλος προς το εσωτερικό του Αργολικού Κόλπου παρά την ακτή της Πελοποννήσου, για να εγκλωβίσει εκεί τους πολυαριθμότερους και καλύτερα εξοπλισμένους Τούρκους, καίτοι το σχέδιό του θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή.
    Προκειμένου, όμως, να αφήσουν τις Σπέτσες και την Ύδρα ανυπεράσπιστες στο έλεος των Οθωμανών, οι Σπετσιώτες πλοίαρχοι Ι. Τσούρπας, Δημήτριος Λάμπρου (ή Λεωνίδας) και Ιωάννης Γ. Κούτσης, καθώς και ο Υδραίος Αντώνιος Κριεζής, αγνόησαν το σήμα του Ανδρέα Μιαούλη και αντί να τον ακολουθήσουν, επετέθησαν εναντίον του οθωμανικού στόλου, αιφνιδιάζοντας τόσο τον εχθρό όσο και τους συμμάχους τους.   Η σφοδρότητα της ναυμαχίας έκανε το έδαφος να σείεται στην Ύδρα, από όπου όσοι παρακολουθούσαν τα γεγονότα έβλεπαν τόσο καπνό που νόμιζαν ότι οι Σπέτσες καίγονται.
    Στην πλέον κρίσιμη φάση της ναυμαχίας, με τις προτροπές «του ευπατρίδου πρεσβύτου Χατζηγιάννη Μέξη επικαλουμένου [...] πατρίδαν, θρησκείαν και τιμήν», εφορμά με το πυρπολικό του κατά της οθωμανικής ναυαρχίδας ο ηρωϊκός πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης (17921887). Σύμφωνα με τον ιστορικό Αναστάσιο Ορλάνδο, η προσπάθεια του Κοσμά Μπαρμπάτση να πυρπολήσει την οθωμανική ναυαρχίδα ήταν καθοριστική για την έκβαση της ναυμαχίας, διότι η ναυαρχίδα μαζί με τον υπόλοιπο οθωμανικό στόλο υποχώρησαν αμέσως και τράπηκαν σε φυγή προς την Κρήτη και από εκεί (τον Οκτώβριο) γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη.
Σημασία της νίκης
    Η υποχώρηση του οθωμανικού στόλου σήμανε την ματαίωση των σχεδίων του για την καταστροφή των δύο ελληνικών ναυτικών βάσεων στις Σπέτσες και την Ύδρα και κατέστησε δυνατό τον πολυπόθητο ανεφοδιασμό του Ναυπλίου που μέχρι τότε ήταν αποκλεισμένο από τη θάλασσα. Έτσι, λίγο αργότερα, το Ναύπλιο πέρασε στα χέρια των Ελλήνων αγωνιστών.

Μάχη του Κουλίκοβο ( 8 Σεπτεμβρίου 1380 )



Μάχη του Κουλίκοβο ( 8 Σεπτεμβρίου 1380 )
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
    Η Μάχη του Κουλίκοβο (Ρωσικά: Куликовская битва, битва на Куликовском поле) πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στους Τάταρο-Μογγόλους (τη Χρυσή Ορδή) και στους Ρώσους. Η μάχη πραγματοποιήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1380 στην πεδιάδα του Κουλίκοβο, κοντά στον ποταμό Ντον και είχε ως αποτέλεσμα την νίκη των Ρώσων. Στον τόπο της μάχης έχει αναγερθεί εκκλησία-μνημείο, χτισμένη από τον Αλεξέι Σχούτζεβ.
Υπόβαθρο
    Η Μόσχα, μαζί με πολλές άλλες ρωσικές περιοχές, κατακτήθηκε από τα στρατεύματα του Μπατού Χαν, εγγονού του Τζένγκις Χαν κατά τον 13ο αιώνα και κατέστη φορολογικά υποτελής στη Χρυσή Ορδή. Οι Ρώσοι ηγέτες επί μακρόν επεδίωκαν την ανεξαρτησία τους. Υπό τον Δημήτρη Ντονσκόϊ, το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας έγινε το ισχυρότερο από τα ρωσικά πριγκιπάτα.
    Το 1370 ο Τάταρος πολέμαρχος Μαμάι ανέλαβε την ηγεσία της Χρυσής Ορδής και αποδέχτηκε τον τίτλο Μέγας Χαν. Καθώς δεν ήταν όμως απόγονος του Τζένγκις Χαν, η θέση του παρέμενε επισφαλής καθώς υπήρχαν νόμιμοι απόγονοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν το θρόνο. Ο Μαμάι επεδίωξε να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του πάνω στις υποτελείς χώρες της Χρυσής Ορδής. Το 1378 έστειλε στρατεύματα υπό την καθοδήγηση του πολέμαρχου Μουρτζά Μπεγκίς για να ενισχύσει την υπακοή του Πρίγκιπα της Μόσχας. Όμως, η στρατιά της Ορδής νικήθηκε στη μάχη του ποταμού Βόζχα και ο Μπεγκίς σκοτώθηκε.
    Δύο χρόνια αργότερα ο Μαμάι οδήγησε ο ίδιος τα στρατεύματά του στην Ρωσία. Πριν από την εισβολή, προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με τον δούκα Γιογκάιλα της Λιθουανίας και τον ρώσο πρίγκιπα Ολέγκ του Ριαζάν, ορκισμένο εχθρό του Ντμίτρι. Τα στρατεύματα της Λιθουανίας και του Ριαζάν στάλθηκαν για να συναντήσουν τους Τατάρους. Ο Μαμάι στρατοπέδευσε στις όχθες του Ντον, περιμένοντας τους συμμάχους του.
    Ο Ντμίτρι κινητοποίησε τα στρατεύματά του και τους συμμάχους του στην Κόλομνα, για να αντισταθεί στην εισβολή. Στην Λάβρα Τρόιτζε-Σέργκιεβα πιθανολογείται ότι συνάντησε τον Άγιο Σέργιο του Ραντονέζ, ο οποίος ευλόγησε τα ρωσικά στρατεύματα για τη μάχη. Ο Ντμίτρι γνώριζε περί της άφιξης των στρατευμάτων της Λιθουανίας και του Ριαζάν, και αποφάσισε να μην περιμένει, αλλά να επιτεθεί στον Μαμάι αμέσως, πριν αυτός να μπορέσει να ενισχυθεί. Στις 7 Σεπτεμβρίου, 1380, οι Ρώσοι διέσχισαν τον Ντον.
Δυνάμεις
    Οι συνδυασμένες ρωσικές στρατιές υπό την αρχηγία του Μεγάλου Πρίγκιπα του Βλαντίμιρ, του Ντμίτρι Ντονσκόι (του αποκαλούμενου "Ντμίτρυ του Ντον" μεταγενέστερα) αντιμετώπισαν μια πολύ μεγαλύτερη ταταρική δύναμη υπό την αρχηγία του Μαμάι, ισχυρού άνδρα της Χρυσής Ορδής. Οι σύμμαχοι του Μαμάι, ο Μεγάλος πρίγκιπας Ολέγκ του Ρυαζάν και ο Μεγάλος Δούκα Γιογκάιλα της Λιθουανίας έφθασαν αργά στη μάχη. Το ρωσικό έπος Ζαντόνσχινα αναφέρει 150.000 Ρώσους και 300.000 Ταταρο-Μογγόλους, αλλά το πραγματικό μέγεθος της πεδιάδας του Κουλίκοβο δε θα μπορούσε να επιτρέψει τέτοιο μεγάλο αριθμό στρατευμάτων. Οι πιθανότεροι αριθμοί είναι 80.000 Ρώσοι με επτά χιλιάδες επαναστάτες Λιθουανούς και 125.000 Τατάρους.
Η μάχη
    Το πρωινό της 8ης Σεπτεμβρίου, πυκνή ομίχλη κάλυψε την πεδιάδα του Κουλίκοβο. Η ομίχλη καθάρισε περίπου στις 11 π.μ., και τότε οι δύο στρατιές άρχισαν σχεδόν ταυτόχρονα να κινούνται η μία εναντίον της άλλης.
    Η μάχη ξεκίνησε με τη μονομαχία δύο υπέρμαχων. Ο ρώσος υπέρμαχος ήταν ο Αλεξάντρ Περεσβέτ, μοναχός από τη Λάβρα Τρόιτσε-Σεργκίγιεβα απεσταλμένος στη μάχη του άγιου Σέργιου. Ο υπέρμαχος της Ορδής ήταν Τεμίρ-μουρζά επίσης Σελή-μπεης. Οι υπέρμαχοι αλληλοσκοτώθηκαν σχεδόν αμέσως, αν και σύμφωνα με τον ρωσικό μύθο ο Περεσβέτ έμεινε στη σέλα του, ενώ ο Τεμίρ-μουρζά έπεσε.
    Σχεδόν μετά από τρεις ώρες μάχης οι ρωσικές δυνάμεις παρά τις μεγάλες τους απώλειες κατόρθωσαν να κρατήσουν την επίθεση της Ορδής. Το ιππικό του Βλαντιμίρ του Γενναίου, πρίγκιπα του Σέρπουκοβ, υπό την καθοδήγηση του Ντμίτρι Ντομπρόκ πρίγκιπα της Βολυνίας με αστραπιαία αντεπίθεση πέτυχε νίκη επί των δυνάμεων της Ορδής. Ο Μαμάι δραπέτευσε προς την Κριμαία, όπου δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του, αφήνοντας την ορδή υπό την αρχηγία του Τοκταμίς.
Κληρονομιά
    Η νίκη υπήρξε πρώιμο σημάδι του τέλους του μογγολικού ζυγού, που έληξε περίπου έναν αιώνα αργότερα με τη Μεγάλη παράταξη στον ποταμό Ούγκρα. Ωστόσο, σπουδαιότερη υπήρξε η πνευματική σημασία της για την ενοποίηση των ρωσικών λαών. Έχει αναφερθεί πως οι Ρώσοι έφθασαν στο Κουλίκοβο ως πολίτες πριγκιπάτων, αλλά επέστρεψαν ως ενωμένο ρωσικό έθνος.
    Προς τιμήν της μνήμης της μάχης ένας ελάσσων πλανήτης, ο 2869 Νεπρύαντβα που ανακαλύφθηκε το 1980 από τον σοβιετικό αστρονόμο Νικολάι Στεπάνοβιτς Τσέρνικ πήρε το όνομα του ποταμού Νεπρύαντβα που διασχίζει το πεδίο της μάχης της 8ης Σεπτεμβρίου, 1380.

Ιαπωνικο πλοιο πεταξε πανακριβο μεταξι για να σωσει Μικρασιατες ( 8/9/1922 )



Ιαπωνικο πλοιο πεταξε πανακριβο μεταξι για να σωσει Μικρασιατες ( 8/9/1922 )
Η (άγνωστη) ιστορία του εμπορικού καραβιού από την Απω Ανατολή που έδωσε παράδειγμα ανθρωπιάς ενώ  οι δυτικοί «σύμμαχοι» αδιαφορούσαν
Το έστειλε ο Γιώργος Επιτήδειος
Από τον Σωτήρη Λέτσιο
    Την ώρα που γραφόταν μία από τις πιο θλιβερές και αιματοβαμμένες σελίδες στην ιστορία του Ελληνισμού με την καταστροφή της Σμύρνης και την εξόντωση του ελληνικού πληθυσμού, κάποιοι με τις ηρωικές πράξεις τους έσωσαν την τιμή του παγκόσμιου ανθρωπισμού.
    Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922, με τη Σμύρνη στις φλόγες και τους εξαθλιωμένους Ελληνες να αναζητούν απεγνωσμένα τη σωτηρία διά θαλάσσης, ένας Ιάπωνας καπετάνιος εμπορικού πλοίου και το πλήρωμά του, συγκλονισμένοι από την εικόνα της τραγωδίας και χωρίς χρονοτριβή, παίρνουν μια γενναία απόφαση: μεταφέρουν στο κατάστρωμα όλο το φορτίο από μετάξι και δαντέλα που ήταν αποθηκευμένο στα αμπάρια και χωρίς δισταγμό τα πετάνε στη θάλασσα! Για τον Ιάπωνα καπετάνιο -το όνομα του οποίου παραμένει, δυστυχώς, έως σήμερα άγνωστο- υπέρτερο όλων είναι η διάσωση των ανθρώπινων ψυχών. Γι” αυτό δίνει διαταγή να πλευρίσει το πλοίο στην προκυμαία και να επιβιβαστούν σε αυτό Ελληνες και Αρμένιοι, προκειμένου να μεταφερθούν ασφαλείς στον Πειραιά και σε άλλα ελληνικά λιμάνια.
    Η εξαίρετη αυτή πράξη φιλελληνισμού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, δεδομένου ότι εκείνες τις ημέρες η ελληνική κυβέρνηση είχε εκδώσει αυστηρή διαταγή τα ελληνικά πλοία να μην παίρνουν Ελληνες! Η πρωτοβουλία του Ιάπωνα πλοιάρχου δεν πέρασε απαρατήρητη· καταγράφηκε μέσα και από τις πληροφορίες που έδωσε ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος τότε στη Σμύρνη. Σε τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (18 Σεπτεμβρίου 1922) τονίζει: «Ενα γιαπωνέζικο πλοίο πήρε μερικούς πρόσφυγες και άκουσα πως πέταξε το φορτίο του για τον σκοπό αυτό. Επιβάτες του πλοίου μιλούν για τη συγκινητικά ευγενική συμπεριφορά του ιαπωνικού πληρώματος».
    Το γεγονός αυτό όμως δεν διέφυγε και από τον ιαπωνικό Τύπο. Στις 15 Οκτωβρίου 1922 η «Atlanta Journal-Constitution» ανέφερε: «Αντίθετα με τις ενέργειες κάθε άλλου πλοίου στη Σμύρνη, αυτό (δηλαδή το γιαπωνέζικο πλοίο) πήρε κάθε πρόσφυγα για τον οποίο θα μπορούσε να βρει χώρο πάνω στο σκάφος. Υπήρχε κι ένα φορτηγό πλοίο στο λιμάνι το οποίο έριξε όλο το φορτίο στη θάλασσα, πήρε τους υπόλοιπους πρόσφυγες και τους μετέφερε στον Πειραιά. Τα αμερικανικά, τα βρετανικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά πλοία έλεγαν στους πρόσφυγες ότι μπορούσαν να πάρουν μόνο δικούς τους στα σκάφη και τότε παρέμειναν οι ταπεινοί Ιάπωνες για να αποδείξουν την ευσπλαχνία τους προς τους πρόσφυγες».
ΣΤΑ ΜΜΕ
    Στην εφημερίδα «The Boston Globe» της 21ης Οκτωβρίου 1922 η Αν Χάρλοου Μπιρτζ, σύζυγος του Χ. Μπιρτζ, καθηγητή του Διεθνούς Κολεγίου της Σμύρνης, έδωσε τη δική της μαρτυρία: «Οι απελπισμένοι πρόσφυγες βρίσκονταν στις αποβάθρες, το λιμάνι ήταν γεμάτο από άνδρες και γυναίκες που κολυμπούσαν με την ελπίδα να σωθούν. Στο λιμάνι εκείνη τη στιγμή ήταν ένα γιαπωνέζικο πλοίο, το οποίο μόλις είχε φθάσει φορτωμένο έως το κατάστρωμα με ένα πολύτιμο φορτίο από μετάξι, δαντέλες μεγάλης αξίας, χιλιάδων δολαρίων. Ο Γιαπωνέζος καπετάνιος, όταν κατάλαβε την κατάσταση που επικρατούσε, δεν δίστασε. Ολόκληρο το φορτίο πετάχτηκε στα βρόμικα νερά του λιμανιού, ενώ το φορτηγό φορτώθηκε και γέμισε με όσες εκατοντάδες πρόσφυγες μπορούσε να μεταφέρει ασφαλείς στον Πειραιά και στις ελληνικές ακτές».
    Εξίσου σημαντική ήταν και η αναφορά του ανταποκριτή των «New York Times» στις 18 Σεπτεμβρίου: «Την Πέμπτη υπήρχαν έξι ατμόπλοια στη Σμύρνη, για να μεταφέρουν τους πρόσφυγες. Eνα γιαπωνέζικο, δύο γαλλικά, ένα αμερικανικό και δύο ιταλικά. Το αμερικανικό και το γιαπωνέζικο πλοίο δέχθηκαν όλους τους πρόσφυγες, χωρίς να ελέγξουν τα χαρτιά τους, ενώ τα άλλα πλοία πήραν όσους είχαν διαβατήριο».
ΠΡΙΝ ΑΠΟ 17 ΧΡΟΝΙΑ

    Το γεγονός αυτό ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, έστω και αν ήταν ελάχιστα τα ιστορικά τεκμήρια και οι πρωταγωνιστές σχεδόν ακατόρθωτο να εντοπιστούν. Πριν από περίπου 17 χρόνια μια Γιαπωνέζα φοιτήτρια της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας έφερε στο φως μια άγνωστη πτυχή του συμβάντος. Στο κείμενό της -που δημοσιεύτηκε σε περιοδικό της Ιαπωνίας- έγραψε ότι κάποιοι διασωθέντες Ελληνες Μικρασιάτες ήξεραν τρεις λέξεις της ιαπωνικής γλώσσας. Αυτές ήταν το «αριγκάτο» («ευχαριστώ»), «κονίτσιουα» («καλημέρα») και τη φράση «κοκόρο ιτάι» («πονάει η καρδιά μου βλέποντας τον πόνο των άλλων»), την οποία είχαν ακούσει από τον Ιάπωνα πλοίαρχο.
ΚΑΒΑΛΑ: Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ
    Στην παραπάνω μαρτυρία αξίζει να προσθέσουμε και άλλο ένα στοιχείο. Οταν διοργανώθηκε η πρώτη τιμητική βραδιά για τους Ιάπωνες ναυτικούς από τον Μικρασιατικό Σύλλογο Καβάλας (Σεπτέμβριος 2009), στο τέλος της εκδήλωσης πλησίασε συγκινημένος ένας ηλικιωμένος κάτοικος της πόλης για να πει ότι είχε ακούσει από τη μητέρα του -Μικρασιάτισσα πρόσφυγα- να διηγείται ότι την έσωσαν κάποιοι «ανέγνωροι άνθρωποι» (παράξενοι άνθρωποι), οι οποίοι την είχαν μεταφέρει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το εξαιρετικό αυτό συμβάν έχει ανακινήσει προσφάτως το ενδιαφέρον της ιαπωνικής κοινωνίας, καθώς η κυρία Νανάκο Μουράτα Σαβαγιανάγκι, καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Τόκιο με ειδίκευση στη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ετοιμάζει τη συγγραφή μελέτης σχετικά με το ιαπωνικό πλοίο. Από ελληνικής πλευράς, πάντως, τον περασμένο Μάιο η Εστία Νέας Σμύρνης επέδωσε πλακέτα στον πρέσβη της Ιαπωνίας στην Ελλάδα κ. Μασούο Νισιμπαγιάσι, τιμώντας τους Ιάπωνες ναυτικούς και εκφράζοντας ένα μεγάλο «ευχαριστώ» «για τη βοήθεια που προσέφεραν στους κινδυνεύοντες με αφανισμό Μικρασιάτες προγόνους μας».
Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια