Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Περιμένοντας τον Τσιτσάνη...



Περιμένοντας τον Τσιτσάνη...
Η ταινία που θα κάνει πρεμιέρα στις 3 Δεκεμβρίου μας μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη του 1942-43
του Κώστα Μπλιάτκα
    Έτοιμη είναι πια η ταινία του Μανούσου Μανουσάκη βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιώργου ΣκαμπαρδώνηΟυζερί Τσιτσάνης” και θα τη δούμε στις αίθουσες στις 3 Δεκεμβρίου. Η ταινία, που αναστάτωσε δημιουργικά τη Θεσσαλονίκη στα γυρίσματα (παλιός εμπορευματικός σταθμός των τρένων, περιοχή του Αγίου Μηνά, λιμάνι, εβραϊκή συναγωγή κ.α.) και ήδη έχει συζητηθεί πολύ, αναμένεται με εύλογο ενδιαφέρον από τους φίλους του σινεμά.
    Ήμουν στα γυρίσματα στην Αγίου Μηνά δίπλα στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον οποίο μάλιστα φωτογράφισα δίπλα σε ένα αυτοκίνητο των “δυνάμεων της Κατοχής”, και έζησα τη σπουδή, την υπερκινητικότητα, το άγχος αλλά και τη δημιουργικότητα των συντελεστών υπό την καθοδήγηση του προικισμένου σκηνοθέτη.
    Ο Γιώργος, που είδε την ταινία σε ιδιωτική προβολή, σε ένα στούντιο, αποκλειστικά για τους δημιουργούς της, μου εκμυστηρεύθηκε ότι του έφυγε ένα “λογικό άγχος” που είχε, παρά την εμπιστοσύνη του στον Μανούσο Μανουσάκη. “Τελικά η ταινία είναι εξαιρετική” συμπλήρωσε. “Έχει πολύ καλό ρυθμό και δεν αφήνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο ασυγκίνητο τον θεατή”.
    Η ταινία μας μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη του 1942-1943, στη γερμανική κατοχή, όπου ο Γιώργος και η Εστρέα είναι ερωτευμένοι. Όμως ο έρωτας ανάμεσα σε έναν χριστιανό και μια εβραία εκείνα τα χρόνια έχει προβλήματα. Όλα αυτά μέσα στα δόκανα ενός απάνθρωπου καθεστώτος και στον φασιστικό παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων. Οι νέοι βρίσκουν διαφυγή στο ιστορικό ουζερί “Τσιτσάνης”, που ήταν στην Παύλου Μελά. Ο μεγάλος βάρδος δεσπόζει στην ταινία μέσα από την “παρουσία” του αλλά και με τα 14 τραγούδια που ακούγονται με τον ήχο της εποχής -πριν μπουν τα ηλεκτρικά όργανα-, ενώ μια σκηνή είναι ακριβώς για το πώς γράφτηκε η “Συννεφιασμένη Κυριακή”. “Η γερμανική κατοχή και μια απαγορευμένη ερωτική σχέση βρίσκονται στο επίκεντρο ενός κινηματογραφικού ρυθμού, που τίθεται από τη μουσική που συνθέτει ο εμβληματικός Βασίλης Τσιτσάνης, βασικός χαρακτήρας του έργου”, έχει πει ο σκηνοθέτης.
    Στην ταινία ξεδιπλώνεται η κοινωνία της εποχής. “Έπρεπε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία αληθοφανή. Κάθε ένας από τους 60 διαφορετικούς ηθοποιούς αντιπροσωπεύει και έναν χαρακτήρα. Η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά είναι πως οι δεύτεροι και οι τρίτοι ρόλοι ερμηνεύονται από εξαιρετικούς ηθοποιούς.
    Η ταινία παρουσιάζει μια μυθιστορηματική ανάπλαση της εποχής. Υπάρχουν στοιχεία πραγματικά και πράγματα που δημιουργεί το βιβλίο του Σκαμπαρδώνη”, λέει ο σκηνοθέτης. “Στη μυθοπλασία ακολουθούμε το βιβλίο, παρεκκλίναμε μόνο όσον αφορά το κέντρο βάρους των γεγονότων”.
    Ο Μανούσος Μανουσάκης έχει πει πως χρόνια ήθελε να κάνει ταινία αυτό το πλούσιο σε εικόνες, ιδέες, λογοτεχνική ποιότητα, ρυθμό και υλικό βιβλίο, αλλά και πως “τον τράβηξε η ουσία του βιβλίου”: το γεγονός ότι “μέσω μιας ερωτικής ιστορίας μπορούσαμε να καταδείξουμε τον παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων και την πραγματική φύση του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού σε κάθε του μορφή”.
    Από το βιβλίο όμως μέχρι την ταινία ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. “Η μεταφορά ενός βιβλίου στον κινηματογράφο είναι μια καλλιτεχνική πράξη, με τους συντελεστές της, την αξία της, τα ρίσκα της και με τον παράγοντα τύχη πανταχού παρόντα” λέει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και συμπληρώνει:
    Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά και από την τύχη. Υπάρχουν συνδυασμοί απροσπέλαστοι από το ανθρώπινο μυαλό. Εμπόδια που δεν μπορείς να προβλέψεις, αλλά και εμπνεύσεις και εκλεπτύνσεις που έρχονται προχωρώντας το έργο. Παίζει ρόλο το πώς διαβάζει το βιβλίο ο σκηνοθέτης, πώς το μετουσιώνει σε σινεμά ο σεναριογράφος, αλλά και πώς το αντιλαμβάνονται οι ηθοποιοί. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία. Ακόμη κι αν οι παραγωγοί εξασφαλίσουν τους καλύτερους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, πάλι δεν ξέρεις αν θα υπάρξει μια ‘θεϊκή’ συγκυρία για να γίνει ένα αριστούργημα -που είναι πολύ δύσκολο να συμβεί- ή όχι. Εξάλλου, αν ξέραμε τη συνταγή, θα είχαμε κάθε εβδομάδα ένα μπεστ σέλερ ή μια καλή ταινία. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων που ταινίες με λίγα λεφτά συγκίνησαν και τον κόσμο και τους κριτικούς, ενώ άλλες με μεγάλο μπάτζετ άφησαν αδιάφορους τους πάντες”.
    Βιβλία που γίνονται ταινίες. Ένα ανεξάντλητο θέμα. Ένα καλό μυθιστόρημα γίνεται άραγε καλή ταινία; Άλλα βιβλία έγιναν αγαπημένες ταινίες, και άλλα αγαπημένα βιβλία έγιναν όχι και τόσο καλές ταινίες. Στο Χόλιγουντ, η έλλειψη καλών σεναρίων, που είναι έλλειψη καλών πρωτότυπων ιδεών και τελικά έμπνευσης, οδηγεί στη δοκιμασμένη λύση της μεταφοράς ενός βιβλίου στην οθόνη. Αργότερα αντλήθηκαν θέματα από τα κόμικς, ακόμη και από τη δημοσιογραφία. Ένα καλό... ρεπορτάζ ή μια έρευνα, ακόμη κι ένα άρθρο 800 λέξεων, έγιναν πρώτη ύλη για κινηματογραφικά σενάρια!
    Η λογοτεχνία υπήρξε το πρώτο “θύμα” αυτού του φλερτ. Βέβαια από την εποχή της “Άννας Καρένινα” του Λέοντος Τολστόι (1935, με την Γκρέτα Γκάρμπο) και του “Όσα παίρνει ο άνεμος” της Μάργκαρετ Μίτσελ (1939, με τη Βίβιαν Λι και τον Κλαρκ Γκέιμπλ) οι παραγωγοί έπαιζαν στα “σίγουρα” διαλέγοντας δημοφιλή βιβλία που είχαν κλέψει τις καρδιές του αναγνωστικού κοινού.
    Στο πρώτο, που μαζί με το “Πόλεμος και ειρήνη” θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Τολστόι περιγράφει το πάθος του ανθρώπου που τον οδηγεί σε προσωπικό αδιέξοδο και τελικά στην καταστροφή και αναλύει ψυχολογικά τους ανθρώπινους χαρακτήρες.    Στο αριστούργημα της Μίτσελ η Σκάρλετ Ο’ Χάρα (Βίβιαν Λι), μια κακομαθημένη καλλονή του Νότου, ζει ουσιαστικά την ιστορία του αμερικανικού εμφυλίου και τις συνέπειές του, με μια αριστουργηματική “μεροληψία” υπέρ των λευκών του Νότου.
    Περιμένοντας τον Τσιτσάνη ξέρουμε ότι η Θεσσαλονίκη έχει αποκτήσει ένα ακόμη από τα σπουδαία κινηματογραφικά της πρόσωπα, που αντανακλούν τη μεγάλη της ιστορία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου