Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Η μάχη των Πεστών, 29-30/11/1912


    Στον Άγνωστο Στρατιώτη, αν προσέξεις, στην πάνω αριστερή μεριά όπως κοιτάμε, το πρώτο-πρώτο χαραγμένο όνομα γράφει Πεστά. Αν τώρα αναρωτιόσουνα τι νάναι και που νάναι, να σου πω. Χωριουδάκι είναι, χτισμένο στην πλαγιά στο Μακρυβούνι, απέναντι από τη Δωδώνη, το αρχαιότερο μαντείο σε χώρο ελληνικό, στα μέρη των αρχαίων Σελλών, αρχέγονων Ελλήνων.
    Στα Πεστά υπάρχει «μια θαυμάσια πηγή νερού» γράφει ο Άγγλος περιηγητής Leake, το 1805, που έφτασε ως εκεί αφού πρώτα πέρασε από τα Πέντε Πηγάδια και το Βαρλαάμ. Εκεί, στο ύψωμα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στήθηκαν τα ελληνικά κανόνια. Το τελευταίο προπύργιο πριν από το Μπιζάνι. Ο τελευταίος προμαχώνας. Εκεί παίζονταν όλα. Θα άνοιγε άραγε ο δρόμος για τη νίκη, για να λευτερωθούν τα Γιάννενα ή θα πηγαίναν στράφι οι θυσίες και το αίμα το χυμένο;
    «Στα Πεστά βρήκαμε μεγάλη αντίσταση. Ένας Τούρκος από την Αραπιά με το κανόνι του μας σκότωσε πολλά παιδιά, μας κατέστρεψε ένα πεδινό κανόνι σκοτώνοντας τους πυροβολητές, εκεί στον κάμπο του Τερόβου έμειναν πολλά παλικάρια. Όταν φθάσαμε στα Πεστά, μας υποδέχθηκε ένας γέρος παπάς ονόματι Παπαγιώργης, με ένα ξύλο και ένα άσπρο πανί δεμένο για σημαία φωνάζοντας «Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός».  Και αυτός ο γέρο-Παπαγιώργης μάς έδειξε που ήταν η θέση του πυροβόλου του Αράπη και κατορθώσαμε με μεγάλη δυσκολία να πλησιάσουμε προς το μέρος του πυροβολείου, εγώ με δύο άλλους και να σκοτώσουμε τον Αράπη που μας σκότωσε τόσα παιδιά. Μετά το σκοτωμό του Αράπη οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή» αφηγείται ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος, εθελοντής από Αμερική.
    «Αλλ΄εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλισεν άφθονα τα δάκρυα ήτο η αδύνατη αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού, ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής, η οποία θα παραμείνει μέχρις αυτής της επιθανατίου στιγμής ως η τελευταία του κόσμου τούτου εντύπωσις. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, αλλ’ εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα, προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή» καταθέτει ο Γιάγκος Τορναρίτης, εθελοντής από την Κύπρο.
    Οι εύζωνοι ασυγκράτητοι προέλασαν. Με μεγάλη σφοδρότητα. Σημαντική προώθηση για την πορεία του πολέμου. Τώρα πια έμενε μονάχα το Μπιζάνι, το απόρθητο Μπιζάνι, το πανίσχυρο οχυρό. Οι κακουχίες λόγω του πολύ σκληρού χειμώνα εξοντωτικές, απάνθρωπες. «Άνθρωποι κοιμώμενοι τόσα έτη επί κλίνης, να κοιμώμεθα εις την παγετώδη γην, να βρεχώμεθα, να σηκωνόμεθα μέσα στο χιόνι, λεπτό να μην αισθανόμεθα το πρωί αν έχωμεν ποδάρια διότι καταντούν σαν κρύσταλλο. Φωτιά να ζεσταθούμε σπανίως μας επιτρέπεται ν’ ανάψωμεν, διότι αμέσως οι Τούρκοι μας κτυπούν. Το όπλο όλο εις το χέρι».
Μου γράφεις μάνα μια γραφή
Και με ρωτάς τι κάνω
Στου Μπιζανιού την παγωνιά
Στο κρύο θα πεθάνω
Στα Πεστά και στο Μπιζάνι
Μάνα μου τι κρύο κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου