Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς



Οι Έλληνες του Γκέρλιτς
Το έστειλε ο Γιάννης Κόντης
http://matiesmagazine.blogspot.gr/2009/02/blog-post_9668.html
Μια άγνωστη αλλά ενδιαφέρουσα σελίδα ιστορίας
    Το Γκέρλιτς (Gorlitz) είναι μια πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας η οποία στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αριθμούσε 90.000 κατοίκους, ενώ σήμερα είναι μια ήσυχη τυπική γερμανική πόλη των 60.000 κατοίκων.
    Μια τραγική ιστορική συγκυρία οδήγησε εκεί γύρω στο
1916 μεσούντος του μεγάλου πολέμου 7.000 Έλληνες στρατιώτες μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, οδηγώντας την περιοχή σε ολέθριες συνέπειες.
    Αυτή η σελίδα της ιστορίας με την μεταφορά ενός ολόκληρου σώματος στρατού στην πόλη αυτή της Γερμανίας ήρθε να επαναληφθεί μετά από μια ολόκληρη γενιά και συγκεκριμένα μετά το
1945, όταν 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν στην περιοχή. Η πόλη του Γκέρλιτς διχοτομείται και η μισή παραχωρείται στην Πολωνία χωρίζοντας έτσι και τους Έλληνες σε δύο κομμάτια. Αυτούς που συνεχίζουν να μένουν στο Γκέρλιτς και αυτούς που πάνε στην άλλη πλευρά της που ονομάζεται πλέον Ζγκόρζελετς.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ ΣΤΟ GORLITZ
    Ήταν 18 Αυγούστου 1916. Ο Βουλγαρικός στρατός συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Αν. Μακεδονία. Την ίδια μέρα οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στην Αθήνα με επίσημες διακοινώσεις των κυβερνήσεών τους έδιναν εξηγήσεις σχετικά με τους στόχους των επιτιθέμενων. Η εισβολή όπως διαβεβαίωναν είχε αποκλειστικά στρατιωτικά κίνητρα και στρεφόταν εναντίον της Αντάντ. Ταυτόχρονα παρείχαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την διατήρηση των τοπικών αρχών στα πόστα τους. Δεν είχαν σκοπό όπως έλεγαν να καταλάβουν τις Σέρρες, την Δράμα και την Καβάλα, ενώ ο στρατός τους θα αποχωρούσε όταν εξέλειπαν οι στρατιωτικοί λόγοι.
    Οι εγγυήσεις που έδωσαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο οι Γερμανοί τον καθησύχασαν και έδωσε εντολή στους επιτελείς του Δ’ Σώματος Στρατού να συμπτυχθούν στις πόλεις και να περιμένουν εντολές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι πριν από λίγο καιρό με απαίτηση της Αντάντ είχαν απολυθεί όλοι οι επίστρατοι (έφεδροι) και υπήρχε κατακερματισμός στο στράτευμα.
    Η Αθήνα είχε πλανηθεί. Ο διοικητής του στρατεύματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος αλλιώς εξιστορεί τα γεγονότα: «Αναφέρω ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων είναι εντελώς εχθρική. Οι κάτοικοι των πόλεων Σερρών και Δράμας έντρομοι καταφεύγουν εις Καβάλα. Παρακαλώ όπως τύχω άμεσης απαντήσεως επί αιτήσεώς μου να επιστρέψουν αμέσως οι επίστρατοι καθόσον οι προθέσεις των Βουλγάρων περί καταλήψεως της Καβάλας εκδηλούνται από ώρα εις ώρα σαφέστερες, εάν δε συμβεί τούτο η πόλις θα καταστραφεί και θα αιχμαλωτιστεί το Σώμα ολόκληρον. Είναι αναγκαία η αποστολή στόλου, διότι μόνον η παρουσία του θα καθησυχάσει τους πληθυσμούς. Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείτε την ενταύθα κατάστασιν».
    Η απάντηση της Αθήνας ήρθε αυθημερόν: «
Την πρότασιν περί εφέδρων αποκρούομεν, αποκλείοντες την βίαν. Καθησυχάσατε έντρομους πληθυσμούς και ενθαρρύνατε αυτούς. Στόλος δεν θα αποσταλεί».
    Οι Σύμμαχοι από την άλλη θορυβημένοι από την επίθεση δεξιά του οχυρωμένου στρατοπέδου τους στην Θεσσαλονίκη και θεωρώντας ότι πρόκειται για προσυνεννοημένη συμπαιγνία Αθηνών – Βερολίνου προέβησαν σε νέα αντίποινα κατά της Ελληνικής πλευράς, κηρύσσοντας τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον βρετανικό στόλο. Οι εξελίξεις στην Μακεδονία προκαλούν θύελλα αγανάκτησης σε όλη την Ελλάδα.   Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα, ενώ στην Θεσσαλονίκη εκδηλώνεται εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» από βενιζελικούς αξιωματικούς. Στο κίνημα αυτό στηρίχθηκε ο Βενιζέλος για να εγκαταστήσει εκεί λίγο αργότερα την προσωρινή του κυβέρνηση. Ο εθνικός διχασμός αποκτούσε πια γεωγραφική υπόσταση.
    Στην Καβάλα τα γεγονότα είχαν πια πάρει δραματική εξέλιξη όπως τα είχε προβλέψει και περιγράψει ο Χατζόπουλος. Στην πόλη καταφθάνουν πρόσφυγες από τις Σέρρες και την Δράμα αλλά και από τα χωριά. Τα τρόφιμα λιγοστά και ο στρατός έπρεπε να τους φροντίσει. Οι Βουλγαρικές προκλήσεις κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμη πιο μαύρη. Ο Χίντεμπουργκ ο οποίος μαζί με τον Λάντερντορφ αποτελούσαν την στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας ειδοποιούν τους Βουλγάρους ότι η Αντάντ ετοιμάζει αποβατική ενέργεια στην Καβάλα πράγμα που τους κάνει περισσότερο σκληρούς απέναντι στους ντόπιους πληθυσμούς. Ο Χίντεμπουργκ τους ζητά μάλιστα να απομακρύνουν τους Έλληνες στρατιώτες από την Καβάλα σε τοποθεσία μακριά από την θάλασσα, να παρεμποδίσουν τους στρατιώτες από Σέρρες και Δράμα να ενωθούν με αυτούς της Καβάλας και να διακοπεί η επικοινωνία Καβάλας – Αθηνών. Σε τηλεγράφημά του ζητά από τους Βουλγάρους να περικυκλώσουν την Καβάλα με πυροβολικό και αν αρνηθεί ο στρατός να παραδοθεί τότε να ανοίξουν άμεσο πυρ κατά της πόλης.
    Ο Χατζόπουλος είναι μετέωρος. Η αγωνία της Καβάλας είναι μεγάλη. Το εκβιαστικό δίλλημα ήταν παράδοση ή καταστροφή της πόλης. Ο συνταγματάρχης αποφασίζει μετά από επαφή με Αθήνα και εφόσον οι εκκλήσεις του για μεταφορά του στρατεύματος σε ασφαλή χώρο της Παλιάς Ελλάδας δεν έγινε αποδεκτό, να παραδώσει στον Άγγλο ναύαρχο τον ασύρματο. Ήταν
9 Σεπτεμβρίου και ο Γερμανός αξιωματικός Σβένιτζ μεταφέρει στον Χατζόπουλο τις αποφάσεις του Χίντεμπουργκ. Ο Έλληνας αξιωματικός για να αποφύγει την μεταγωγή του στην Δράμα αποφασίζει να συνομιλήσει με τον ίδιο τον Χίντεμπουργκ με το ερώτημα αν θα μπορούσε ο ίδιος ο Γερμανός στρατάρχης να εγγυηθεί την μεταφορά των ελληνικών μονάδων και του οπλισμού τους στην Γερμανία όπου θα παραμείνουν φιλοξενούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου, ώστε να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βουλγάρων. Την επομένη ημέρα με τηλεγράφημά του ο Χίντεμπουργκ απαντούσε στον Χατζόπουλο θετικά στο αίτημά του. Στο παρασκήνιο των γεγονότων υπήρξε από ότι λέγεται πρόταση του Βρετανού πλοιάρχου του ατμοπλοίου που υπήρχε στο λιμάνι της Καβάλας να μεταφέρει το στράτευμα στην Θεσσαλονίκη και να τις ενώσει με τις μονάδες της Αντάντ, αλλά ο Χατζόπουλος αρνήθηκε εφόσον ήταν πιστός στον Κωνσταντίνο και δεν ήθελε να ενισχύσει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας της Μακεδονίας.
    Έτσι αρχίζει η μεγάλη πορεία του Δ΄ Σώματος προς την Γερμανία μέσω τρένου από Δράμα. Στην πορεία των ατάκτων περίπου 3.000 στρατιώτες με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου αυτομολούν και χάνονται άλλοι προς Θάσο και από κει προς Θεσσαλονίκη για να ενωθούν με την Εθνική Άμυνα και άλλοι εξαφανίζονται στα βουνά. Αυτοί οι στρατιώτες θα αποτελέσουν τον πυρήνα της αξιόμαχης μετέπειτα Μεραρχίας Σερρών.
Οι Έλληνες φτάνουν στο Γκέρλιτς
    Σε μήνυμά του στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, για την μεταφορά των στρατιωτών από την Καβάλα στο Γκέρλιτς ο Γερμανός επιτελάρχης Λούντερντορφ επισημαίνει: «Η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων μας παρέχει την μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για την γερμανική υπόθεση, τη γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι είναι αιχμάλωτοι. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους, επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες».
    Παρά το χαλαρόν της επιτήρησης οι ελληνικές δυνάμεις ποτέ δεν έπαψαν να θεωρούνται ότι βρίσκονταν υπό περιορισμό. Όταν ο Έλληνας πρέσβυς στο Βερολίνο Νικόλαος Θεοτόκης ζήτησε τον επαναπατρισμό τους η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική.
    Από την Δράμα στο Γκέρλιτζ χρησιμοποιήθηκαν 10 τρένα για την μεταφορά τους μέσω Βουλγαρίας. Το ταξίδι κράτησε 12 μέρες και μετακινήθηκαν συνολικά 6.100 στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, δυνάμεις της χωροφυλακής από την Αν. Μακεδονία, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά. Ο ίδιος ο Κάιζερ έδωσε εντολή να γίνει επίσημη υποδοχή στους Έλληνες παρά την αντίθετη άποψη του Χατζόπουλου. Το σατυρικό γερμανικό περιοδικό kladderadatsch περιγράφει την σκηνή: «
παραταχθείτε! φωνάζει ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας, Επιτελείο γερμανών αξιωματικών ανεβαίνει στην αποβάθρα. Μαυροντυμένοι επίσημοι, με κυλίνδρους στο κεφάλι και ανθοδέσμες στα χέρια, εμφανίζονται ξαφνικά. Γερμανική ορχήστρα παίζει τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Σκασμός δεν είμαστε στην Αθήνα! Σε τετράδες, το όπλο επ’ ώμου ετοιμάζονται για παρέλαση. Προσοχή ρε παιδιά να τους δείξουμε τι αξίζουμε. Η γερμανική μπάντα μπροστά. Κόσμος πολύς στοιβαγμένος στους δρόμους και στα παράθυρα. Από ένα ξενοδοχείο κρέμονται δυό Ελληνικές σημαίες. Οι άνθρωποι κοιτάνε περίεργα. Παιδιά τρέχουν και τους κοιτάζουν στα μάτια. Όλοι ξανθοί είναι εδώ πέρα. Οι ελληνικές αρβύλες χτυπάνε την άσφαλτο του γερμανικού δρόμου σαν σιδερένιο χαλάζι. Ρίγη συγκινήσεως τους διαπερνούν. Ολόκληρη η πόλη στο πόδι. Μεγάλη πόλη το Γκέρλιτς, λέτε να είναι πιο μεγάλη από την Αθήνα; Η πόλη τελειώνει και αρχίζει η εξοχή. Ο κόσμος έχει λείψει. Γύρω - γύρω πράσινα λιβάδια. Το βράδυ σιωπηλό και ξένο. Εδώ θα μείνουμε λοιπόν; Πάνω από την είσοδο μια μεγάλη επιγραφή. «Χαίρετε». Γύρω παραπήγματα σαν τελωνειακοί σταθμοί. Τι άνθρωποι είναι αυτοί οι Γερμανοί; Νάμαστε λοιπόν εδώ στο Γκέλιτς. Ελλάδα – Ελλάδα πότε θα σε ξαναδούμε;».
Να και η πρώτη ελληνική εφημερίδα
    Ένας μήνας πέρασε στο Γκέρλιτς. Στις 3 Νοεμβρίου εμφανίζεται το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Τα Νέα του GORLITZ». Εκδότης ο Γερμανός που εξέδιδε την τοπική γερμανόφωνη εφημερίδα και αρχισυντάκτης ο Έλληνας αξιωματικός Διονύσιος Αγαπητός. Ήταν τετρασέλιδη και εκδιδόταν καθημερινά εκτός Κυριακής.  Περιείχε κείμενα από τα πολεμικά μέτωπα, ειδήσεις από την ελληνική πολιτική σκηνή, άρθρα, αναλύσεις, χρονογραφήματα, αγγελίες και διαφημίσεις. Η απήχηση ήταν μεγάλη και εκατοντάδες συνδρομές δεχόταν η εφημερίδα από παντού, ενώ η κυκλοφορία της έφτασε μέχρι και το Βερολίνο. Το 1918 έγινε πανγερμανικής εμβέλειας με έδρα το Βερολίνο και αλλαγή του τίτλου της σε «Ελληνικά Φύλλα». Εκτός από τις εφημερίδες κυκλοφόρησαν στην Γερμανία και άλλα έντυπα στην Ελληνική ή την Γερμανική γλώσσα. Εκεί πρωτοεκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Το τραγούδι των σκοτωμένων – Κρυφός καημός» του Βασίλη Ρώτα, υπολοχαγού τότε στο Γκέρλιτς και αργότερα διάσημου συγγραφέα θεατρικών έργων και ιδρυτή του θεάτρου του βουνού στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Επίσης εκδόθηκαν τα «Γράμματα από την Γερμανία» του Λέοντα Κουκούλα, επίσης αξιωματικού. Ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν και οι Βασίλης Αργυρόπουλος κωμικός ηθοποιός συνεργάτης της Κυβέλης, ο ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης κ.α.
Η ζωή στο Γκέρλιτς
    Η παρουσία των 7.000 Ελλήνων στο Γκέρλιτς της Σιλεσίας μιας πόλης με 90.000 πληθυσμό ήταν εμφανής.  Μια παρισινή εφημερίδα σε ρεπορτάζ έγραψε: «Οι αξιωματικοί έχουν λέσχη στην οποία τρώγουν και περπατούν στους δρόμους της πόλης με σταθερό βήμα σαν να είναι στην πατρίδα τους. Κάνουν τις προμήθειές τους ακολουθούμενοι από έναν στρατιώτη ο οποίος κρατάει τα πακέτα. Το ευγενές και αρειμάνιο παράστημά τους κάνει εξαιρετική εντύπωση. Στους δρόμους οι Γερμανοί στρατιώτες τους χαιρετούν. Τα καταστήματα της πόλης έβαλαν στις προθήκες τους και ελληνικές επιγραφές. Το βράδι ολόκληρη η φρουρά βγαίνει στον δρόμο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρίσκεται σε κάποια ιταλική πόλη, στην Βερόνα για παράδειγμα όπου μετά το δείπνο οι δρόμοι είναι γεμάτοι στρατιώτες. Είναι συμπαθητικόν», παρατηρεί ο δημοσιογράφος.
    Πίσω από την βιτρίνα τα πράγματα δεν ήταν κι τόσο ειδυλλιακά. Ο βαρύς χειμώνας 1916-1917 προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες στον τοπικό πληθυσμό που έβλεπε τους αξιωματικούς να παίρνουν τον μισθό τους, να αδειάζουν τα καταστήματά τους και να αυξάνονται οι τιμές. Αλλά και το σουλατσάρισμα των Ελλήνων δεν δημιουργούσε ιδιαίτερα φιλικά συναισθήματα. Ιδιαίτερα οι αντιζηλίες δεν άργησαν να έρθουν από την αποδοχή των Ελλήνων και τα ερωτικά αισθήματα που προκαλούσαν στις Γερμανίδες. Αγγελίες στην εφημερίδα του τύπου «ενοικιάζεται δωμάτιο από μόνη νεαρά κυρία εις αξιοπρεπήν νεαρόν κύριον» προκαλούσαν τρικυμίες στους Γερμανούς γηγενείς. Άρχισαν και οι αρραβώνες οι οποίοι οδήγησαν σε γάμο πολλά ζευγάρια μικτά από Έλληνες και Γερμανίδες τα οποία έμειναν δια παντός στο Γκέρλιτς. Στο Ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο της πόλης 270 στρατιώτες άφησαν την ανάμνηση της παρουσίας τους εκεί. Τον Απρίλη του 1918 πέθανε και ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος στην κηδεία του οποίοι παρέστη και εκπρόσωπος του Κάιζερ αφήνοντας απέραντη θλίψη στους στρατιώτες και αξιωματικούς.
    Πολλές φορές έγιναν σχέδια επί χάρτου όμως να χρησιμοποιηθούν οι στρατιώτες και αξιωματικοί του Γκέρλιτς σε διάφορες επεμβάσεις ειρηνευτικού χαρακτήρα αλλά έβρισκε αντίθετους τους Βουλγάρους οι οποίοι φοβόταν την εμπλοκή τους σε φιλοβασιλικά σχέδια. Παρόλα αυτά υπήρχαν μεταξύ τους ομάδες υποστηρικτών και του Βενιζέλου. Στις αρχές του 1918 με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή 25  Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Βέρλ της Βεστφαλίας, ενώ άλλοι 17 στις φυλακές του Κόνιγκσμπεργκ.
    Οι σχέσεις της Γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των Ελλήνων όσο περνούσε ο καιρός γινόταν και πιο εχθρικές. Οι Γερμανοί απαίτησαν από τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες και με την βία ορισμένοι από αυτούς διασκορπίστηκαν από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια και αλλού. Την
Άνοιξη του 1918 οι σχέσεις Γερμανών – Σώματος επιδεινώθηκε από την παρουσία της αναδιοργανωμένης ελληνικής μεραρχίας στον ελληνικό στρατό του μακεδονικού μετώπου. Η Ελληνόφωνη εφημερίδα «Ελληνικά Φύλλα» εκφράζει την λύπη της για άρθρα στον Γερμανικό τύπο που ζητούν την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στους Βουλγάρους. Ο χρόνος έρχεται, η Γερμανία ηττάται και η γερμανική κοινωνία μένει να μετρά τις πληγές της.
Η επιστροφή
    Ο Κάιζερ παραιτείται. Τον Νοέμβρη του 1918 στρατιώτες καταφθάνουν στην Δρέσδη και ξεσηκώνουν τους κατοίκους με ογκώδεις διαδηλώσεις. Οι φυλακές ανοίγουν και οι κρατούμενοι βγαίνουν έξω. Οι Έλληνες στρατιώτες του Γκέρλιτς ενώνονται με τους εργάτες, τους ναύτες και τους εξεγερμένους στρατιώτες της Γερμανίας. Διοικητής τους τότε ο Καράκαλος. Βλέπει ότι οι εξεγερμένοι Γερμανοί επιτίθενται κατά των Ελλήνων και προκαλούν φθορές. Ζητά την προστασία της Γερμανικής Διοίκησης. Οι στρατιώτες εκνευρίζονται από την ενέργεια του Καράκαλου και αλλάζουν διοίκηση εκλέγοντας τον δημοφιλή και παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη. Οι Γερμανοί όμως για να προστατεύσουν τον δικό τους διοικητή Καράκαλο περικύκλωσαν το στρατόπεδο των Ελλήνων με πολυβόλα και εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης του Σινανιώτη. Αυτός όμως δραπετεύει με κατεύθυνση το Βερολίνο. Η επαναφορά του Καράκαλου ξεχειλίζει το ποτήρι και οι χιλιάδες στρατιώτες πανικόβλητοι με κάθε μέσο ακόμη και με τα πόδια αποπειρώνται να διαφύγουν προς τα σύνορα της Βοημίας και από κει προς την Ελλάδα.
    Εκνευρισμένοι οι Γερμανοί από την απειθαρχία των Ελλήνων και επειδή φοβούνται για επεισόδια κάνουν αψυχολόγητες ενέργειες όπως η σωματική έρευνα των εξερχόμενων από το στρατόπεδο Ελλήνων με την υπόνοια κλοπής ρουχισμού και όπλων. Δημιουργείται πανδαιμόνιο και πάνω σε αψιμαχίες ανοίγουν πυρ και δια ασήμαντον αφορμή σκοτώνονται πέντε στρατιώτες ενώ τραυματίζουν κάποιους άλλους. Η απογοήτευση των Ελλήνων από την συμπεριφορά των Γερμανών είναι εμφανής. Μετά από διαπραγματεύσεις απελάθηκαν και οι τελευταίοι 600 στρατιώτες και με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών μεταφέρονται τον
Φεβρουάριο του 1919 από το Γκέρλιτς στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα. Η υποδοχή τους στην Βενιζελική Ελλάδα δεν ήταν και τόσο φιλική. Οι απλοί στρατιώτες και υπαξιωματικοί πήγαν στα σπίτια τους ενώ οι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί πέρασαν στρατοδικείο και καταδικάστηκαν 8 σε θανατικές καταδίκες ανάμεσά τους και ο Καράκαλος οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά. Όλα αλλάζουν για τους στρατιώτες του Γκέρλιτς με την ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επαναφορά του Κωνσταντίνου. Οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν πήραν προαγωγές και πήγαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας που ήταν σε έξαρση.
Αυτοί που έμειναν στο Γκέρλιτς
    Πάνω από 200 Έλληνες έμειναν στο Γκέλιτς. Ορισμένοι σπούδασαν, άλλοι ανέπτυξαν επαγγελματική δραστηριότητα και πέτυχαν. Το 1921 ιδρύθηκε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Γκέλιτς και διαλύθηκε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η κοινότητα εκεί εξυπηρετείτο θρησκευτικά από τους ιερείς της Λειψίας. Γνωστές οι οικογένειες του υποδηματοποιού Φώσκολου που διώχτηκε από το ναζιστικό καθεστώς και της κυρίας Μπατζιώτη που επίσης καταδικάστηκε.
    Σήμερα στο Γκέρλιτς ζουν πάνω από 40 απόγονοι δεύτερης έως τέταρτης γενιάς Ελλήνων. Ελληνικά ονόματα ακούγονται ακόμη στην πόλη αυτή. Η αγάπη των απογόνων για την πατρίδα είναι συγκινητική και στα παραμύθια των παππούδων εξιστορούνται τα γεγονότα και οι ανθρώπινες ιστορίες που λέγονται για τους Έλληνες στρατιώτες που ξεκίνησαν από την Καβάλα και έφτασαν στο Γκέρλιτς εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Οκτώβρη του 1916.
    Το κείμενο βασίστηκε σε άρθρο του Γεράσιμου Αλεξάτου που ζει σήμερα στο Βερολίνο και ασχολείται με τις βιογραφίες Ελλήνων που έζησαν στην Γερμανία. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των Ελλήνων του Βερολίνου «Εξάντας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου